Top 5 This Week

IasisAtCentro
IasisAtCentrohttps://www.iasismed.eu/
Το Κέντρο Ημέρας “IASIS | At Centro” λειτουργεί από το 2008 και στεγάζεται στο κέντρο της Αθήνας. Είναι μια ανοιχτή δομή παροχής θεραπευτικών, ψυχαγωγικών και εκπαιδευτικών υπηρεσιών σε ενήλικες που αντιμετωπίζουν προβλήματα ψυχικής υγείας, οι οποίοι διαβιούν είτε σε προστατευμένες δομές (οικοτροφεία, διαμερίσματα και ξενώνες), είτε με την οικογένεια τους. Απώτερος στόχος της δομής είναι να δράσει τόσο στο επίπεδο της ψυχοκοινωνικής αποκατάστασης μέσα από θεραπευτικά προγράμματα, όσο και στο επίπεδο της πρόληψης και της ενημέρωσης για την Ψυχική Υγεία. Η διεπιστημονική ομάδα του Κέντρου Ημέρας αποτελείται από την Επιστημονικά Υπεύθυνη, Κοινωνική Λειτουργό, Ψυχολόγο, Σύμβουλο Σταδιοδρομίας Νοσηλευτή και Ψυχίατρο, στόχος της οποίας είναι να δημιουργήσει εξατομικευμένο θεραπευτικό πλάνο, βασισμένο στις ανάγκες και το αίτημα κάθε εξυπηρετούμενου.Διεύθυνση: Πατησίων 84 & Δεριγνύ 12, Αθήνα, 10434 Τηλέφωνα Επικοινωνίας: 210 8210520, 218 218 2518 Email: atcentro@iasismed.eu Ωράριο Λειτουργίας: Δευτέρα – Παρασκευή, 10:00 – 19:00
spot_img

Πώς ο εγκέφαλος «αντιστέκεται» στην ευτυχία: μια προσέγγιση των γνωστικών προκαταλήψεων

Η αναζήτηση της ευτυχίας συχνά εκλαμβάνεται ως μια καθαρά προσωπική υπόθεση. Στόχοι, συνήθειες, επιλογές ζωής, τύχη, εξωτερικές συγκυρίες. Όλα αυτά, δυνητικά μπορούν να συντελέσουν στην ευτυχία, όπως τη βιώνει ο καθένας ξεχωριστά. Πολλές φορές όμως, δυσκολευόμαστε να διακρίνουμε τα θετικά στοιχεία στη ζωή μας και σύμφωνα με την επιστημονική βιβλιογραφία, αυτό δεν οφείλεται αποκλειστικά σε χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς μας, αλλά και στον τρόπο με τον οποίο έχει διαμορφωθεί ο εγκέφαλός μας, κατά τη μακρόχρονη εξελικτική πορεία. Πολλοί από τους μηχανισμούς που κάποτε μας προστάτευαν, σήμερα μπορεί να λειτουργούν εις βάρος μας, χωρίς καν να το αντιλαμβανόμαστε.

Η έρευνα εστιάζει την προσοχή της, στις λεγόμενες γνωστικές προκαταλήψεις (cognitive biases), οι οποίες αφορούν συστηματικά λάθη στον τρόπο που ο άνθρωπος σκέφτεται, κρίνει και λαμβάνει αποφάσεις. Οι γνωστικές προκαταλήψεις αποτελούν συστηματικές αποκλίσεις από τη λογική ή την αντικειμενική κρίση, οι οποίες προκύπτουν από γνωστικές συντομεύσεις (ευρετικές) που χρησιμοποιεί ο εγκέφαλος για την ταχεία επεξεργασία πληροφοριών. Φαίνεται να είναι καθολικές και να παρεμβαίνουν στη σκέψη ανεξάρτητα από τις αξίες ή την ηθική του κάθε ανθρώπου (American Psychological Association, n.d.; dictionary). Στη συνέχεια, θα εξετάσουμε τους βασικούς τρόπους με τους οποίους το ίδιο μας το μυαλό μπορεί να σαμποτάρει την ευτυχία μας.

Ο εγκέφαλος δίνει προτεραιότητα στις απειλές — «negativity bias»

Οι Rozin και Royzman (2001) περιγράφουν ότι τα αρνητικά ερεθίσματα τείνουν να έχουν ισχυρότερη και πιο παρατεταμένη επίδραση στη γνωστική και συναισθηματική επεξεργασία. Γνωστή και ως θετική-αρνητική ασυμμετρία, η αρνητική προκατάληψη σημαίνει ότι οι άνθρωποι, στην προσπάθειά τους να καταλάβουν τον κόσμο, τείνουν να εστιάζουν περισσότερο στα αρνητικά ψυχολογικά γεγονότα.

Αυτός ο μηχανισμός εξηγεί γιατί, ενώ μπορεί να έχουμε μια καλή μέρα, συνηθίζουμε να “κολλάμε” σε μία αρνητική λεπτομέρεια. Ερευνητικά έχει αποδειχθεί ότι είναι πιο πιθανό να προσέχουμε τα αρνητικά γεγονότα στη ζωή μας από ό,τι τα θετικά, να μαθαίνουμε πιο εύκολα από τις αρνητικές εμπειρίες καθώς και να λαμβάνουμε αποφάσεις βασισμένοι περισσότερο σε αρνητικές πληροφορίες παρά σε θετικά στοιχεία (Cacioppo et al., 2014).

Επιπλέον, οι Kahneman και Tversky (1984) επισημαίνουν ότι η υπερεστίαση στα αρνητικά στοιχεία, έχει σημαντική επίδραση τόσο στις επιλογές που κάνουν οι άνθρωποι όσο και στα ρίσκα που είναι πρόθυμοι να πάρουν. Η τάση αυτή είναι πιθανόν αποτέλεσμα της εξέλιξής μας. Νωρίτερα στην ανθρώπινη ιστορία, η προσοχή στον κίνδυνο και τις απειλές αποτελούσε ζήτημα επιβίωσης. Αυτή η εξελικτική προσέγγιση, προτείνει ότι η τάση μας να εστιάζουμε στο αρνητικό περισσότερο από ό,τι στο θετικό, αποτελεί προσαρμοστικό μηχανισμό επιβίωσης.

Άλλες έρευνες προτείνουν ότι η αρνητική προκατάληψη εμφανίζεται ήδη από τη βρεφική ηλικία. Ενώ τα βρέφη τους πρώτους μήνες τείνουν να προσέχουν περισσότερο τα θετικά χαρακτηριστικά του προσώπου των άλλων και τη χροιά της φωνής τους, αυτό αλλάζει σύντομα. Υποστηρίζουν ότι τον τρίτο μήνα, εμφανίζουν σημάδια αρνητικής προκατάληψης, όταν αξιολογούν κοινωνικά τους άλλους ανθρώπους (Kiley Hamlin et al., 2010).

Τέλος, σε απεικονιστικές μελέτες του εγκεφάλου, φαίνεται ότι οι αρνητικές πληροφορίες προκαλούν ενισχυμένη νευρωνική ενεργοποίηση σε περιοχές που σχετίζονται με την επεξεργασία συναισθηματικά φορτισμένων πληροφοριών. Ως αποτέλεσμα, οι συμπεριφορές και οι στάσεις μας τείνουν να διαμορφώνονται πιο έντονα από αρνητικά γεγονότα, εμπειρίες και πληροφορίες. Καθίσταται επομένως σαφές, ότι απαιτείται συνειδητή προσπάθεια ώστε να αναγνωρίζουμε και να διατηρούμε στη μνήμη μας τα θετικά στοιχεία της ζωής, υπερβαίνοντας την λανθάνουσα αρνητική προκατάληψη.

Ο εγκέφαλος θέλει το οικείο, όχι απαραίτητα το καλύτερο.

Εκτός από την «αρνητική προκατάληψη», η έρευνα στη γνωστική ψυχολογία δείχνει ότι ο εγκέφαλος προτιμά γνωστά μοτίβα, ακόμη και αν είναι επιβλαβή (Kahneman, 2011). Αυτό σύμφωνα με την επιστημονική ορολογία, ονομάζεται γνωστική προκατάληψη της «καθεστηκυίας τάξης» (status quo bias). Ουσιαστικά, περιγράφει την τάση των ατόμων, να διατηρούν την τρέχουσα κατάσταση ακόμα κι αν δεν είναι ωφέλιμη για τους ίδιους. Ταυτόχρονα, δεν επιθυμούν την αλλαγή καθώς προτιμούν να μείνουν σε κάτι που τους είναι γνώριμο και προβλέψιμο. Η οικειότητα με καταστάσεις ή και άτομα, ταυτίζεται συχνά με την αίσθηση ασφάλειας. Έτσι μένουμε σε σχέσεις που δεν λειτουργούν, σε δουλειές που μας εξουθενώνουν, σε παλιές συνήθειες που υποβαθμίζουν την ποιότητα ζωής μας.

Παρότι η διατήρηση της καθεστηκυίας τάξης μειώνει το αντιλαμβανόμενο ρίσκο, ταυτόχρονα περιορίζει τις πιθανές θετικές συνέπειες της αλλαγής. Όταν αναλογιζόμαστε κάποιες πιθανές επιλογές, συχνά εστιάζουμε περισσότερο σε αυτό που πρόκειται να χάσουμε πάρα σ’ αυτό που μπορεί να κερδίσουμε (Kahneman & Tversky, 1979). Σε νευροβιολογικό επίπεδο, η αμυγδαλή ενεργοποιείται ταχύτερα σε συνθήκες αβεβαιότητας, ερμηνεύοντας το άγνωστο ως πιθανή απειλή (LeDoux,1996).

Κρίνεται απαραίτητο να σημειωθεί ότι η τάση αυτή δεν σχετίζεται με έλλειψη κινήτρου, αλλά με την προσπάθεια του εγκεφάλου να ελαχιστοποιήσει το γνωστικό και ενεργειακό κόστος της αλλαγής. Ως αποτέλεσμα, η αλλαγή βιώνεται συχνά ως επικίνδυνη, ενώ η οικειότητα προσλαμβάνεται ως ασφάλεια, οδηγώντας το άτομο σε επαναλαμβανόμενα μοτίβα συμπεριφοράς που δεν προάγουν απαραίτητα την ψυχική ευεξία.

Η λήψη της ίδιας απόφασης επανειλημμένως, καθώς και η άρνηση για αλλαγή των συνθηκών ζωής, μας οδηγεί πολλές φορές στο να χάνουμε ορισμένα οφέλη, τόσο μικρά όσο και μεγάλα (Godefroid et al., 2022). Όσον αφορά τις πιο απλές καθημερινές επιπτώσεις, αν για  παράδειγμα πηγαίνουμε στο ίδιο αγαπημένο μας εστιατόριο κάθε φορά, μπορεί να χάσουμε την ευκαιρία να επισκεφθούμε άλλα αξιόλογα εστιατόρια που πιθανόν να μας αρέσουν το ίδιο ή και περισσότερο. Η γνωστική προκατάληψη της καθεστηκυίας τάξης, μπορεί να επηρεάσει όμως και πιο σημαντικούς τομείς στη ζωή των ανθρώπων, όπως για παράδειγμα την οικονομική
τους ή επαγγελματική τους κατάσταση. Πιο συγκεκριμένα, είναι πιθανό να μας κρατήσει πίσω σε επαγγελματικό επίπεδο, καθώς το να αποφασίσει κανείς να αλλάξει εργασιακό περιβάλλον προκειμένου να εξελιχθεί επαγγελματικά και να βελτιώσει το οικονομικό του επίπεδο, είναι δύσκολο να το τολμήσει, αν σκεφτεί μόνο τις δυσκολίες και το ρίσκο της αλλαγής. Αλλά, αν το κάνει και πετύχει, τα οφέλη που θα αποκομίσει θα είναι πολύ μεγαλύτερα από το κόστος της αλλαγής.

Υπερανάλυση

Όλοι ερχόμαστε αντιμέτωποι με αρνητικές σκέψεις, ωστόσο, όταν αφιερώνουμε πολύ χρόνο σε αυτές είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα μας δημιουργήσουν δυσφορικά συναισθήματα, όπως άγχος και θλίψη (Ehring, 2021). Η παραπάνω διαδικασία ονομάζεται υπερανάλυση ή μηρυκασμός (rumination), και πρόκειται για την υπερβολική σκέψη και τον στοχασμό γύρω από αρνητικά γεγονότα, συναισθήματα ή προβλήματα. Το να επικεντρώνεται κάποιος σε αυτά, χωρίς να βρίσκει λύσεις, τον παγιδεύει σε έναν φαύλο κύκλο, επιδεινώνοντας το άγχος και την κατάθλιψη, εμποδίζοντας τη δράση και τη συναισθηματική απελευθέρωση και κατ’ επέκταση την ψυχική ευεξία και ευτυχία. Αντί να χρησιμοποιήσουμε ενεργητικούς μηχανισμούς αντιμετώπισης ή στρατηγικές επίλυσης προβλημάτων για την ανακούφιση από την αγωνία και τη βελτίωση της διάθεσης, συχνά παραμένουμε σε μία συνθήκη αρνητικής ερμηνείας των καταστάσεων (Joubert et al., 2022).

Σε αυτό το σημείο, είναι σημαντικό να ξεκαθαρίσουμε ότι η υπερανάλυση είναι κάτι διαφορετικό από τη διαδικασία επεξεργασίας των συναισθημάτων. Πιο συγκεκριμένα, η υπερανάλυση συχνά περιλαμβάνει μοτίβα σκέψης και γνωστικές στρεβλώσεις που εστιάζουν κυρίως στις αρνητικές πτυχές μιας κατάστασης. Αντίθετα, η συναισθηματική επεξεργασία οδηγεί στην αποδοχή και την απελευθέρωση αρνητικών συναισθημάτων.

Τι είναι όμως αυτό που οδηγεί στην υπερανάλυση; Το ιστορικό τραύματος ή η αντιμετώπιση αγχογόνων καταστάσεων σε συνδυασμό με άλλους παράγοντες όπως η τελειομανία ή ο νευρωτισμός και η χαμηλή αυτοεκτίμηση, μπορούν να συμβάλλουν στην εκδήλωση υπερβολικών αρνητικών σκέψεων (Murray Law, 2021). Ο μηρυκασμός μπορεί να λειτουργεί ως προσπάθεια γνωστικού ελέγχου και πρόβλεψης μελλοντικών απειλών, η οποία όμως καθίσταται δυσλειτουργική όταν γίνεται επίμονη και ανεξέλεγκτη.

Ο μηρυκασμός συνδέεται, επιπλέον, με μια ποικιλία ψυχικών παθήσεων όπως, αγχώδεις διαταραχές (Joubert et al., 2022), κατάθλιψη (Ehring, 2021), διαταραχές πρόσληψης τροφής (Smith et al., 2018). Αυτές οι παθήσεις μπορεί να οδηγήσουν σε μηρυκασμό, και αντίστροφα ο μηρυκασμός μπορεί να κάνει τα συμπτώματα αυτών των παθήσεων ακόμη πιο περίπλοκα στην αντιμετώπισή τους.

Συνοψίζοντας, οι μηχανισμοί μέσω των οποίων ο εγκέφαλος φαίνεται να «σαμποτάρει» την ευτυχία δεν αποτελούν ελαττώματα, αλλά εξελικτικά προσαρμοσμένες λειτουργίες. Ωστόσο, όταν εφαρμόζονται άκριτα στη σύγχρονη καθημερινότητα, μπορούν να περιορίσουν την ψυχική ευεξία. Η κατανόηση αυτών των διεργασιών αποτελεί θεμελιώδες βήμα για την ανάπτυξη αυτογνωσίας, ψυχικής ανθεκτικότητας και συνειδητής αλλαγής. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρουν οι Killingsworth & Gilbert (2010) «Η ευτυχία δεν είναι ο προορισμός, αλλά η ικανότητα του εγκεφάλου να εστιάζει στο παρόν. Ένας νους που περιπλανιέται είναι ένας δυστυχισμένος νους».

Γράφει η Δέσποινα Βλάχου, Εθελόντρια Ψυχολόγος στο IASIS at Centro

Βιβλιογραφία

American Psychological Association. (n.d.). Sociocognitive bias. In APA dictionary of
psychology. Retrieved January, 16 2026, from https://dictionary.apa.org/sociocognitive-bias

Cacioppo, J. T., Cacioppo, S., & Gollan, J. K. (2014). The negativity bias: Conceptualization, quantification, and individual differences. Behavioral and Brain Sciences, 37(3),309–310. https://doi.org/10.1017/s0140525x13002537

Ehring, T. (2021). Thinking too much: Rumination and psychopathology. World Psychiatry, 20(3), 441–442. https://doi.org/10.1002/wps.20910

Godefroid, Marie-E., Plattfaut, R., & Niehaves, B. (2022). How to measure the status quo
bias? A review of current literature. Management Review Quarterly, 73. https://doi.org/10.1007/s11301-022-00283-8

Ito, T. A., Larsen, J. T., Smith, N. K., & Cacioppo, J. T. (1998). Negative information weighs more heavily on the brain: the negativity bias in evaluative categorizations. Journal of
Personality and Social Psychology, 75(4), 887–900. https://doi.org/10.1037//0022- 3514.75.4.887

Joubert, A. E., Moulds, M. L., Werner‐Seidler, A., Sharrock, M., Popovic, B., & Newby, J.
M. (2022). Understanding the experience of rumination and worry: A descriptive
qualitative survey study. British Journal of Clinical Psychology, 61(4). https://doi.org/10.1111/bjc.12367

Kahneman, D., & Tversky, A. (1984). Choices, values, and frames. American
Psychologist, 39(4), 341–350. https://psycnet.apa.org/record/1985-05780-001

Kent, B. H., & Ricciardi, V. (2014). How biases affect investor behavior. SSRN.
https://ssrn.com/abstract=2457425

Kiley Hamlin, J., Wynn, K., & Bloom, P. (2010). Three-month-old’s show a negativity bias
in their social evaluations. Developmental Science, 13(6), 923–929. https://doi.org/10.1111/j.1467-7687.2010.00951.x

Killingsworth, M. A., & Gilbert, D. T. (2010). A wandering mind is an unhappy
mind. Science, 330(6006), 932–932. https://doi.org/10.1126/science.1192439

Ledoux, J. E. (1996). The emotional brain : The mysterious underpinnings of emotional life. Simon & Schuster Paperbacks.

Murray Law, B. (2021). Probing the depression-rumination cycle: Why chewing on problems
just makes them harder to swallow.Apa.org. https://www.apa.org/monitor/nov05/cycle

Rozin, P., & Royzman, E. B. (2001). Negativity bias, negativity dominance, and
contagion. Personality and Social Psychology Review, 5(4), 296–320. https://doi.org/10.1207/s15327957pspr0504_2

Samuelson, W., & Zeckhauser, R. (1988). Status Quo bias in decision making. Journal of
Risk and Uncertainty, 1(1), 7–59. https://doi.org/10.1007/bf00055564

Smith, K. E., Mason, T. B., & Lavender, J. M. (2018). Rumination and eating disorder
psychopathology: A meta-analysis. Clinical Psychology Review, 61, 9–23.https://doi.org/10.1016/j.cpr.2018.03.004

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

Popular Articles