Με αφορμή το βίντεο φοιτήτριας για το Rethymno Pride, ανοίγει ξανά μια δύσκολη αλλά αναγκαία συζήτηση: πότε μια γνώμη είναι απλώς προσωπική θέση και πότε μετατρέπεται σε λόγο που περιορίζει την αξιοπρέπεια των άλλων;
Κάθε φορά που ένα Pride πραγματοποιείται σε μια ελληνική πόλη, επαναλαμβάνεται σχεδόν το ίδιο σκηνικό. Κάποιος εκφράζει ενόχληση. Κάποιος άλλος αντιδρά έντονα. Τα social media αναλαμβάνουν τα υπόλοιπα. Και στο τέλος, σχεδόν κανείς δεν έχει πραγματικά ακούσει κανέναν.
Αυτή τη φορά, η αφορμή ήταν ένα βίντεο φοιτήτριας για το Rethymno Pride. Αλλά το βίντεο, από μόνο του, δεν είναι το θέμα. Το θέμα είναι τι αποκαλύπτει για τον τρόπο με τον οποίο μιλάμε — ή δεν μιλάμε — ως κοινωνία, όταν έρχονται αντιμέτωπα η θρησκευτική πεποίθηση, η ελευθερία λόγου και τα δικαιώματα μιας κοινότητας που αγωνίζεται να υπάρχει με αξιοπρέπεια στον δημόσιο χώρο.
Γιατί υπάρχει το Pride — και γιατί έχει κάθε δικαίωμα να υπάρχει έτσι
Υπάρχουν ακόμα σήμερα άνθρωποι στη χώρα αυτή που δεν έχουν πει στους γονείς τους ποιον αγαπούν. Όχι επειδή δεν τους αγαπούν. Αλλά επειδή ξέρουν καλά τι μπορεί να ακολουθήσει. Το βλέμμα. Η σιωπή. Ή, χειρότερα, οι λέξεις που δεν ξεχνιούνται ποτέ.
Γι’ αυτούς υπάρχει το Pride. Όχι για να προκαλέσει. Όχι για να σοκάρει. Αλλά για να πει δυνατά αυτό που πολλοί δεν μπορούν ακόμα να ψιθυρίσουν: υπάρχουμε, αγαπάμε και δεν χρειάζεται να ζητάμε συγγνώμη γι’ αυτό.
Πολλοί λένε: «Δεν έχω πρόβλημα με αυτούς τους ανθρώπους, αλλά γιατί πρέπει να το δείχνουν έτσι;». Η φράση ακούγεται μετριοπαθής. Στην πραγματικότητα, δεν είναι. Γιατί δεν λέει «σας αποδέχομαι». Λέει: «σας αποδέχομαι αρκεί να μη διεκδικείτε χώρο. Αρκεί να μη μου θυμίζετε ότι υπάρχετε».
Και η αξιοπρέπεια δεν μπορεί να λειτουργεί με τέτοιους όρους.
Εδώ χρειάζεται να είμαστε ειλικρινείς: κάποιες εκφράσεις στα Pride — μια ακραία στολή, ένα σύνθημα που ακούγεται σκληρό, μια εικόνα που ξενίζει — μπορεί να μην αρέσουν σε όλους, ακόμα και σε ανθρώπους που υποστηρίζουν πλήρως τη ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητα. Αλλά για να κρίνεις αυτές τις εκφράσεις δίκαια, πρέπει πρώτα να καταλάβεις από πού έρχονται.
Δεκαετίες κρυψίματος, φόβου, βίας και αποκλεισμού δεν σβήνουν με μια παρέλαση. Η έκρηξη της ορατότητας είναι συχνά συνέπεια της καταπίεσης — όχι η αιτία της. Όποιος θέλει να κρίνει τον τρόπο χωρίς να έχει αναλογιστεί ποτέ το βάρος, ίσως δεν έχει σκεφτεί αρκετά τι σημαίνει να ζεις μια ζωή υπό όρους.
Η Εκκλησία, ο γάμος και η γλώσσα του αποκλεισμού
Δεν είναι μόνο τα βίντεο των social media που αποκαλύπτουν πόσο δρόμο έχουμε ακόμη μπροστά μας. Όταν ο δημόσιος εκκλησιαστικός λόγος γύρω από τον γάμο των ομόφυλων ζευγαριών χρησιμοποιεί όρους όπως «εκτροπή» ή παρουσιάζει την ισότητα στον γάμο ως απειλή για την οικογένεια και την κοινωνία, δεν πρόκειται απλώς για μια θεολογική διαφωνία. Είναι ένα μήνυμα που φτάνει σε κάθε γκέι έφηβο που μεγαλώνει σήμερα στην Ελλάδα: ότι αυτό που είναι, αυτό που νιώθει ή αυτόν που αγαπά, αντιμετωπίζεται ως πρόβλημα.
Αυτό δεν είναι μικρό πράγμα. Και δεν μένει χωρίς συνέπειες.
Η θρησκευτική ελευθερία είναι θεμελιώδες δικαίωμα. Η πίστη είναι βαθύ προσωπικό βίωμα και κανείς δεν ζητά από έναν πιστό άνθρωπο να αλλάξει όσα πιστεύει μέσα του. Αλλά όταν ένας θεσμός με τεράστια κοινωνική ισχύ χρησιμοποιεί τη δημόσια φωνή του για να παρουσιάσει την αγάπη, τη συντροφικότητα ή την οικογένεια κάποιων ανθρώπων ως απειλή, τότε δεν μιλάμε μόνο για πίστη. Μιλάμε για δημόσιο λόγο που έχει συνέπειες σε ζωντανούς ανθρώπους.
Άλλο πράγμα είναι η Εκκλησία να ορίζει τι αναγνωρίζει ως θρησκευτικό μυστήριο. Αυτό ανήκει στο πεδίο της δικής της πίστης και θεολογίας. Άλλο πράγμα, όμως, είναι να παρεμβαίνει στον πολιτικό γάμο, δηλαδή σε έναν θεσμό της Πολιτείας που αφορά ίσα δικαιώματα πολιτών.
Ο πολιτικός γάμος δεν ζητά από την Εκκλησία να αλλάξει το δόγμα της. Ζητά από την Πολιτεία να μην διαχωρίζει τους πολίτες της σε ανθρώπους που δικαιούνται πλήρη αναγνώριση και σε ανθρώπους που πρέπει να αρκεστούν σε κάτι λιγότερο.
Όταν, λοιπόν, η πίστη μετατρέπεται σε εργαλείο για να αφαιρεθεί από άλλους ανθρώπους το δικαίωμα να παντρευτούν αυτόν που αγαπούν, τότε το ζήτημα δεν είναι πλέον μόνο θρησκευτικό. Είναι ζήτημα ισότητας, δικαιωμάτων και δημοκρατικής συμβίωσης.
Η «προσωπική άποψη» και τα όριά της
Η φράση «είπα απλώς τη γνώμη μου» χρησιμοποιείται συχνά σαν ασπίδα απέναντι σε κάθε κριτική. Αλλά μια γνώμη που αφορά την ύπαρξη και την αξιοπρέπεια άλλων ανθρώπων δεν είναι ποτέ εντελώς ουδέτερη.
Άλλο είναι να διαφωνεί κάποιος με μια αισθητική επιλογή, με ένα σύνθημα ή με έναν τρόπο δημόσιας έκφρασης. Και άλλο είναι να παρουσιάζει μια ολόκληρη κοινότητα ως υπερβολική, αχρείαστη ή προσβλητική επειδή διεκδικεί χώρο στον δημόσιο βίο.
Το πρόβλημα δεν είναι η διαφωνία. Το πρόβλημα είναι όταν η διαφωνία εκφράζεται χωρίς καμία συνείδηση του τι σημαίνει να είσαι ο άνθρωπος που τη δέχεται. Γιατί αυτό που για κάποιον είναι «μια άποψη», για κάποιον άλλον μπορεί να είναι η υπενθύμιση μιας ζωής γεμάτης σιωπή, φόβο και ντροπή που ποτέ δεν του ανήκε.
Η ελευθερία λόγου δεν σημαίνει ελευθερία από την κριτική. Σημαίνει ότι μπορείς να μιλήσεις — αλλά και οι άλλοι μπορούν να σου απαντήσουν. Σημαίνει ότι έχεις δικαίωμα να εκφράζεις τη θέση σου, αλλά όχι να απαιτείς να μείνει αναπάντητη, ειδικά όταν αγγίζει την αξιοπρέπεια μιας κοινωνικής ομάδας.
Η προσωπική άποψη είναι δικαίωμα. Όμως όταν εκφέρεται δημόσια, ειδικά σε πλατφόρμες με μεγάλη απήχηση, παύει να είναι απλώς προσωπική. Γίνεται μέρος του δημόσιου λόγου. Και εκεί κρίνεται.
Κριτική ναι, διαπόμπευση όχι
Υπάρχει, όμως, και ένα άλλο όριο που δεν πρέπει να αγνοηθεί. Η απάντηση σε έναν λόγο που ενοχλεί ή πληγώνει δεν μπορεί να είναι η διαδικτυακή εξόντωση ενός προσώπου.
Η κριτική είναι αναγκαία. Η αποδόμηση ενός επιχειρήματος είναι αναγκαία. Η υπεράσπιση των δικαιωμάτων είναι αναγκαία. Αλλά η μαζική διαπόμπευση και ο ψηφιακός λιθοβολισμός δεν παράγουν αλλαγή. Παράγουν φόβο και πόλωση. Και συχνά απλώς μετατοπίζουν τη βία — δεν την εξαλείφουν.
Δεν χρειάζεται να συντρίψουμε έναν άνθρωπο για να αποδομήσουμε μια ιδέα. Δεν χρειάζεται να στοχοποιήσουμε ένα πρόσωπο για να υπερασπιστούμε μια κοινότητα. Αν θέλουμε μια πιο συμπεριληπτική κοινωνία, δεν μπορούμε να τη χτίσουμε με εκδίκηση.
Αυτό δεν σημαίνει σιωπή. Δεν σημαίνει ανοχή στον αποκλειστικό λόγο. Σημαίνει ότι η απάντηση πρέπει να είναι πιο ώριμη από το πρόβλημα που καταγγέλλει. Να χτυπά την ιδέα, όχι να εξοντώνει τον άνθρωπο. Να ανοίγει χώρο για σκέψη, όχι μόνο για τιμωρία.
Το ελάχιστο μιας δημοκρατικής κοινωνίας
Το Pride δεν ζητά από κανέναν να αλλάξει πίστη. Δεν ζητά από κανέναν να πάψει να έχει γνώμη. Δεν ζητά από κανέναν να συμφωνεί με κάθε μορφή έκφρασης.
Ζητά κάτι πολύ πιο βασικό: να πάψει η κοινωνία να θεωρεί ότι κάποιοι άνθρωποι πρέπει να υπάρχουν πιο αθόρυβα, πιο διακριτικά, πιο κρυφά, για να μη δυσφορεί η πλειοψηφία.
Οι λέξεις έχουν βάρος. Τα social media δεν είναι ιδιωτικό ημερολόγιο. Και μια φράση που για κάποιον είναι απλώς «άποψη», για κάποιον άλλον μπορεί να είναι η υπενθύμιση μιας ζωής γεμάτης αποκλεισμούς και ντροπή που δεν του ανήκε ποτέ.
Η προσωπική άποψη είναι δικαίωμα. Η πίστη είναι δικαίωμα. Η δημόσια κριτική είναι επίσης δικαίωμα. Όμως όταν μια άποψη αγγίζει την αξιοπρέπεια άλλων ανθρώπων, χρειάζεται κάτι περισσότερο από βεβαιότητα.
Χρειάζεται ευθύνη.
Αυτό δεν είναι υπερβολή. Είναι το ελάχιστο που μπορούμε να απαιτούμε από τον εαυτό μας.


