Η ακρίβεια δεν είναι μόνο πληθωρισμός. Είναι και το αποτέλεσμα ενός συστήματος που φορτώνει κόστος στις μικρές επιχειρήσεις, μειώνει την αντοχή τους και τελικά αποδυναμώνει τον ανταγωνισμό.
Η ακρίβεια δεν γεννιέται μόνο στο ράφι
Κάθε φορά που ανεβαίνει μια τιμή στο σούπερ μάρκετ, στο καφέ της γειτονιάς ή σε ένα μικρό κατάστημα, η δημόσια συζήτηση αναζητά γρήγορα έναν ένοχο. Άλλοτε φταίει η ενέργεια, άλλοτε οι διεθνείς πληθωριστικές πιέσεις, άλλοτε η αισχροκέρδεια, άλλοτε ο επιχειρηματίας που «ανεβάζει τις τιμές».
Όλα αυτά παίζουν ρόλο. Όμως δεν εξηγούν ολόκληρη την εικόνα.
Η ακρίβεια στην Ελλάδα δεν γεννιέται μόνο στο ράφι. Γεννιέται πολύ νωρίτερα: στην ταμειακή που πρέπει να αναβαθμιστεί, στο POS που πρέπει να διασυνδεθεί, στο myDATA που πρέπει να συμφωνεί, στον πάροχο ηλεκτρονικής τιμολόγησης, στο ERP που χρειάζεται αναβάθμιση, στην τράπεζα που κρατά προμήθειες, στο IRIS που εμφανίζεται ως φθηνότερη λύση αλλά απαιτεί νέα τεχνική προσαρμογή, στην ψηφιακή κάρτα εργασίας, στις άδειες, στις προθεσμίες, στα πρόστιμα και στον χρόνο που χάνει καθημερινά ο μικρός επιχειρηματίας για να παραμείνει απλώς νόμιμος.
Αυτός ο χρόνος δεν φαίνεται σε κανέναν δείκτη τιμών. Δεν γράφεται στο εκκαθαριστικό. Δεν εμφανίζεται ως ξεχωριστός φόρος. Είναι όμως πραγματικό κόστος.
Και όπως κάθε κόστος, κάπου μεταφέρεται.
Η αντίφαση του «μειώνουμε φόρους»
Η κυβέρνηση επαναλαμβάνει ότι μειώνει φόρους. Και πράγματι, σε ορισμένα σημεία υπάρχουν ονομαστικές μειώσεις ή καταργήσεις επιβαρύνσεων. Όμως η πραγματική οικονομία δεν μετριέται μόνο με τους φορολογικούς συντελεστές. Μετριέται με το συνολικό κόστος λειτουργίας.
Δεν αρκεί να καταργείται ή να μειώνεται ένας φόρος, όταν την ίδια στιγμή η επιχείρηση πληρώνει περισσότερα για συμμόρφωση, τεχνική υποστήριξη, αναβαθμίσεις, λογιστικά προγράμματα, τραπεζικές υπηρεσίες, νέες πλατφόρμες και νέες υποχρεώσεις.
Δεν αρκεί να μειώνεται ένα ποσό στο χαρτί, όταν ο επαγγελματίας καλείται να συντηρεί ένα ολόκληρο σύστημα για να μπορεί να πουλήσει, να τιμολογήσει, να πληρωθεί και να μην κινδυνεύσει με πρόστιμο.
Αυτή είναι η μεγάλη αντίφαση. Το κράτος λέει ότι μειώνει φόρους, αλλά αυξάνει το πραγματικό κόστος επιβίωσης. Μιλά για ψηφιακό μετασχηματισμό, αλλά συχνά μεταφέρει το κόστος της μετάβασης στις ίδιες τις επιχειρήσεις. Μιλά για πάταξη της φοροδιαφυγής, αλλά στην πράξη αντιμετωπίζει οριζόντια τους μικρούς ως υπόπτους, αντί να επενδύει σε στοχευμένους, δίκαιους και αποτελεσματικούς ελέγχους.
Η καθημερινή Βαβέλ της μικρής επιχείρησης
Η καθημερινότητα μιας μικρής επιχείρησης δεν μοιάζει με τα δελτία τύπου. Ένας μικρός επιχειρηματίας δεν έχει νομικό τμήμα, οικονομική διεύθυνση, υπεύθυνο συμμόρφωσης και τεχνικό τμήμα.
Συχνά είναι ο ίδιος άνθρωπος που ανοίγει το κατάστημα, εξυπηρετεί πελάτες, παραλαμβάνει εμπορεύματα, μιλά με προμηθευτές, ελέγχει πληρωμές, ανεβάζει προϊόντα στο e-shop, απαντά σε μηνύματα, κυνηγά οφειλές και προσπαθεί να καταλάβει τι άλλαξε πάλι στη νομοθεσία.
Το myDATA, τα ηλεκτρονικά βιβλία, η διαβίβαση παραστατικών, η ηλεκτρονική τιμολόγηση, η διασύνδεση POS με ταμειακές, τα ψηφιακά δελτία αποστολής όπου εφαρμόζονται ή σχεδιάζονται, οι αλλαγές στις ηλεκτρονικές πληρωμές και οι απαιτήσεις στα e-shops δεν είναι απλές τεχνικές λεπτομέρειες. Είναι μια διαρκής διοικητική πίεση.
Και εδώ υπάρχει ένα κόστος που σπάνια λέγεται καθαρά: οι αναβαθμίσεις δεν πρόσθεσαν μόνο κόστος λογισμικού. Πρόσθεσαν και ανάγκη ανθρώπινης απασχόλησης.
Άλλες επιχειρήσεις χρειάστηκε να πληρώνουν περισσότερες ώρες λογιστικής υποστήριξης. Άλλες αναγκάστηκαν να αναθέσουν σε εξωτερικούς συνεργάτες την τεχνική παρακολούθηση, τις καταχωρίσεις, τις συμφωνίες πληρωμών, το e-shop, τις αποθήκες, τα παραστατικά. Άλλες, πιο μικρές, δεν είχαν τη δυνατότητα να πληρώσουν κανέναν — απλώς φόρτωσαν όλη αυτή τη δουλειά στον ιδιοκτήτη.
Το κόστος τότε δεν εμφανίζεται ως μισθός. Εμφανίζεται ως εξάντληση.
Η πληρωμή έγινε και αυτή κόστος
Οι ηλεκτρονικές συναλλαγές είναι πλέον αναπόσπαστο κομμάτι της αγοράς. Οι κάρτες, τα POS, τα e-POS, οι άμεσες πληρωμές και το IRIS παρουσιάζονται ως εργαλεία διαφάνειας και εκσυγχρονισμού. Και σε μεγάλο βαθμό είναι.
Όμως για τη μικρή επιχείρηση κάθε νέο σύστημα σημαίνει νέα προσαρμογή.
Δεν είναι μόνο η προμήθεια της συναλλαγής. Είναι το κόστος του εξοπλισμού, οι τραπεζικές χρεώσεις, οι συμβάσεις, οι τεχνικές ρυθμίσεις, οι συμφωνίες με το λογιστήριο, οι αλλαγές στο e-shop, η ενημέρωση των πελατών, η παρακολούθηση των εισπράξεων.
Ακόμη και μια λύση που εμφανίζεται ως φθηνότερη, όπως το IRIS, δεν είναι μηδενικού κόστους όταν γίνεται μέρος μιας υποχρεωτικής καθημερινότητας.
Το πρόβλημα δεν είναι η τεχνολογία. Το πρόβλημα είναι ότι η Πολιτεία νομοθετεί σαν όλες οι επιχειρήσεις να έχουν τις υποδομές μιας μεγάλης εταιρείας. Σαν να είναι το ίδιο να προσαρμόζεται μια αλυσίδα με οργανωμένα τμήματα και το ίδιο ένα μικρό κατάστημα που προσπαθεί να τα κάνει όλα με δύο ανθρώπους.
Ψηφιακή κάρτα εργασίας: σωστός στόχος, δύσκολη εφαρμογή
Η προστασία των εργαζομένων είναι θεμιτός και αναγκαίος στόχος. Η αδήλωτη ή υποδηλωμένη εργασία είναι πραγματικό πρόβλημα. Όμως άλλο πράγμα η προστασία των εργαζομένων και άλλο η εφαρμογή ενός συστήματος που μεταφέρει στις μικρές επιχειρήσεις νέα διοικητική ευθύνη, τεχνικό κόστος και διαρκή φόβο προστίμων.
Η ψηφιακή κάρτα εργασίας δεν πρέπει να γίνει πεδίο αντιπαράθεσης εργαζομένου και μικρού εργοδότη. Το ζήτημα δεν είναι αν πρέπει να υπάρχουν κανόνες. Το ζήτημα είναι αν οι κανόνες εφαρμόζονται με τρόπο καθαρό, απλό, λειτουργικό και αναλογικό για τις μικρές επιχειρήσεις.
Όταν η εφαρμογή ενός σωστού στόχου γίνεται μέσα από πολύπλοκες διαδικασίες, ασαφείς οδηγίες, συχνές αλλαγές και υψηλές κυρώσεις, τότε το πρόβλημα δεν είναι το δικαίωμα του εργαζομένου. Είναι η κρατική οργάνωση.
Ο ελεύθερος επαγγελματίας ως μόνιμος ύποπτος
Στη φορολογία, η μικρή επιχείρηση και ο ελεύθερος επαγγελματίας βρίσκονται σε μια από τις πιο αντιφατικές θέσεις της ελληνικής οικονομίας. Από τη μία καλούνται να λειτουργούν ως επιχειρήσεις, να επενδύουν, να αναλαμβάνουν ρίσκο, να συμμορφώνονται με συνεχείς υποχρεώσεις. Από την άλλη αντιμετωπίζονται συχνά σαν να είναι εξαρχής εν δυνάμει φοροφυγάδες.
Το τεκμαρτό εισόδημα είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα. Παρουσιάστηκε ως εργαλείο αντιμετώπισης της φοροδιαφυγής. Όμως το ερώτημα παραμένει: είναι δίκαιο να φορολογείται ένας επαγγελματίας με βάση διοικητικό τεκμήριο, όταν το πραγματικό του εισόδημα μπορεί να είναι χαμηλό, ασταθές, εποχικό ή ακόμη και αρνητικό;
Ο ελεύθερος επαγγελματίας πληρώνει εισφορές, φόρο, προκαταβολή φόρου, τεκμήρια, κόστος συμμόρφωσης και λειτουργικά έξοδα, χωρίς να έχει πολλά από τα δικαιώματα που για άλλους θεωρούνται αυτονόητα.
Δεν έχει πραγματική πληρωμένη άδεια ανάπαυσης. Αν αρρωστήσει, συχνά χάνει εισόδημα ή σταματά η επιχείρηση. Αν χάσει έναν πελάτη, δεν υπάρχει αποζημίωση “απόλυσης”. Αν κλείσει η δουλειά του, δεν υπάρχει αντίστοιχο δίχτυ προστασίας με αυτό που γνωρίζει ένας μισθωτός. Ακόμη και όπου υπάρχουν επιμέρους παροχές, η καθημερινή πραγματικότητα παραμένει πολύ πιο επισφαλής.
Κι όμως, αυτός ο άνθρωπος καλείται να λειτουργεί σαν εταιρεία, να συμμορφώνεται σαν πολυεθνική, να φορολογείται σαν ύποπτος και να αντέχει σαν να έχει πίσω του ολόκληρο μηχανισμό.
Η Δικαιοσύνη ως αόρατο κόστος
Υπάρχει και ένα κόστος που σπάνια συνδέεται με την ακρίβεια: η αργή απονομή της Δικαιοσύνης. Για μια μικρή επιχείρηση, μια εμπορική διαφορά, μια ανείσπρακτη οφειλή, μια σύμβαση που δεν τηρήθηκε ή μια καθυστέρηση πληρωμής δεν είναι θεωρητικό ζήτημα. Είναι ρευστότητα. Είναι μισθοί. Είναι ενοίκιο. Είναι προμηθευτές.
Όταν ένας μικρός επιχειρηματίας χρειάζεται χρόνια για να βρει το δίκιο του, το δίκιο μπορεί να έρθει πολύ αργά. Μέχρι τότε μπορεί να έχει εξαντληθεί οικονομικά. Μπορεί να έχει χάσει την εμπιστοσύνη του. Μπορεί να έχει κλείσει.
Η καθυστέρηση της Δικαιοσύνης δεν είναι μόνο θεσμικό πρόβλημα. Είναι οικονομικό κόστος. Και αυτό το κόστος, όπως όλα τα υπόλοιπα, βαραίνει περισσότερο εκείνους που δεν έχουν μεγάλες αντοχές.
Η Βαβέλ των αδειών και της πόλης
Πέρα από τη φορολογία και την τεχνολογία, υπάρχει και η καθημερινή διοικητική Βαβέλ των αδειοδοτήσεων. Κάθε κλάδος έχει τις δικές του απαιτήσεις, τις δικές του γνωστοποιήσεις, τις δικές του υπηρεσίες, τις δικές του ερμηνείες και πολλές φορές συνεχείς νομοθετικές αλλαγές χωρίς επίσημη και άμεση ενημέρωση.
Ένα μικρό κατάστημα που θέλει να προσθέσει λίγα τραπεζοκαθίσματα, να βάλει μια πινακίδα, να αλλάξει χρήση χώρου, να προσθέσει έναν ΚΑΔ, να προσφέρει καφέ, να βάλει μουσική ή να προσαρμόσει τη λειτουργία του, μπορεί να βρεθεί μπροστά σε διαφορετικές αρχές, διαφορετικά δικαιολογητικά και διαφορετικές απαντήσεις.
Στην πράξη, η «απλοποίηση» συχνά σημαίνει ότι η ευθύνη μεταφέρεται στον επιχειρηματία. Μπορείς να ξεκινήσεις, αλλά αν κάτι δεν έχεις καταλάβει σωστά, το πρόστιμο είναι δικό σου.
Το ίδιο ισχύει και με την ίδια την πόλη. Πολλές επιχειρήσεις λειτουργούν σε περιοχές όπου δεν υπάρχει επαρκής πρόβλεψη για τροφοδοσία, προσωρινή στάση, φορτοεκφόρτωση ή ασφαλή πρόσβαση επαγγελματικών οχημάτων. Ο έμπορος πληρώνει χρόνο, καθυστερήσεις, μεταφορικά, πρόστιμα και καθημερινή ένταση.
Αυτό δεν ονομάζεται φόρος. Αλλά λειτουργεί σαν φόρος.
Οι επιδοτήσεις δεν ακυρώνουν το πρόβλημα
Κάθε τόσο εμφανίζονται vouchers, επιδοτήσεις και προγράμματα ψηφιακού μετασχηματισμού. Μπορούν να βοηθήσουν σε επιμέρους ανάγκες. Δεν ακυρώνουν όμως το συνολικό πρόβλημα.
Μια επιδότηση μπορεί να καλύψει μέρος ενός εξοπλισμού ή το ξεκίνημα μιας υπηρεσίας. Δεν καλύπτει τον χρόνο που χάθηκε, την εκπαίδευση, τη συντήρηση, τις συνεχείς αλλαγές, την επιπλέον εργασία, την εξάρτηση από παρόχους, την ανάγκη για λογιστική παρακολούθηση, ούτε το γεγονός ότι πολλές επιχειρήσεις έχουν ήδη πληρώσει από την τσέπη τους για να συμμορφωθούν.
Και σε αρκετές περιπτώσεις, το όφελος καταλήγει περισσότερο στην αγορά προσωρινων τεχνολογικών λύσεων παρά στην ουσιαστική ανακούφιση της μικρής επιχείρησης.
Πώς όλα αυτά περνούν στην τελική τιμή
Η αύξηση τιμών, σε πολλές περιπτώσεις, δεν είναι επιλογή κερδοσκοπίας. Είναι μηχανισμός επιβίωσης. Είναι ο τρόπος με τον οποίο μια μικρή επιχείρηση ή ένας ελεύθερος επαγγελματίας προσπαθεί να απορροφήσει ένα μέρος από το κόστος που φορτώνεται συνεχώς στην καθημερινή του λειτουργία: το κόστος ενέργειας, ενοίκια, τράπεζες, προμήθειες, λογιστικά, τεχνική υποστήριξη, φόρους, εισφορές, συστήματα συμμόρφωσης και ανθρώπινη απασχόληση.
Όταν μια επιχείρηση δεν αυξάνει καθόλου τις τιμές της, συχνά δεν «προστατεύει» απλώς τον καταναλωτή. Μπορεί να καταναλώνει τη ρευστότητά της, να μειώνει την αντοχή της και τελικά να οδηγείται στο κλείσιμο. Και όταν κλείνει, ο καταναλωτής δεν κερδίζει. Χάνει μία ακόμη επιλογή στην αγορά.
Η οικονομική λογική είναι απλή. Καμία επιχείρηση δεν μπορεί να απορροφά επ’ άπειρον κόστος. Όταν αυξάνεται το κόστος ενέργειας, πρώτων υλών, ενοικίων, μισθοδοσίας, τραπεζών, λογιστικής συμμόρφωσης, τεχνικής υποστήριξης, αδειοδοτήσεων και φόρων, υπάρχουν μόνο τρεις δρόμοι: αύξηση τιμών, μείωση ποιότητας ή κλείσιμο.
Και οι τρεις δρόμοι βλάπτουν τελικά τον καταναλωτή.
Γι’ αυτό η ακρίβεια δεν μπορεί να συζητιέται μόνο από την πλευρά του ραφιού. Πρέπει να συζητιέται από την αρχή της αλυσίδας. Από το κόστος που φορτώνεται πριν ακόμη το προϊόν φτάσει στον πελάτη. Από το διοικητικό βάρος που μπαίνει πριν κοπεί η απόδειξη. Από το τραπεζικό κόστος που κρατιέται πριν φανεί το καθαρό έσοδο. Από τη φορολογική πίεση που υπάρχει πριν υπολογιστεί το πραγματικό κέρδος.
Όταν κλείνουν οι μικροί, ακριβαίνει η αγορά
Υπάρχει και μια ακόμη συνέπεια που σπάνια συζητιέται. Όταν μια μικρή επιχείρηση δεν αντέχει το κόστος, δεν χάνεται μόνο μια επαγγελματική προσπάθεια. Χάνεται και ένα κομμάτι ανταγωνισμού.
Κάθε μικρό κατάστημα που κλείνει, κάθε ελεύθερος επαγγελματίας που εγκαταλείπει, κάθε οικογενειακή επιχείρηση που δεν μπορεί να συνεχίσει, αφήνει περισσότερο χώρο σε λιγότερους και ισχυρότερους παίκτες. Και όσο λιγοστεύουν οι μικροί, τόσο μειώνεται η πίεση που κρατά τις τιμές χαμηλότερα, την εξυπηρέτηση πιο προσωπική και την αγορά πιο ζωντανή.
Η συγκέντρωση της αγοράς δεν χρειάζεται πάντα να εμφανίζεται ως επίσημο καρτέλ για να επηρεάσει τις τιμές. Αρκεί να υπάρχουν λιγότερες επιλογές, λιγότεροι ανεξάρτητοι προμηθευτές, λιγότερα μικρά σημεία πώλησης και μεγαλύτερη εξάρτηση του καταναλωτή από λίγους μεγάλους παίκτες.
Σε τέτοιες συνθήκες, η αγορά γίνεται πιο ευάλωτη σε ολιγοπωλιακές συμπεριφορές, σε παράλληλες αυξήσεις τιμών και σε άτυπη προσαρμογή όλων προς τα πάνω. Γι’ αυτό η μικρή επιχείρηση δεν είναι απλώς μια ρομαντική εικόνα της γειτονιάς. Είναι μηχανισμός ανταγωνισμού. Είναι ανάχωμα απέναντι στη συγκέντρωση. Είναι ένας από τους λόγους που ο καταναλωτής μπορεί ακόμη να συγκρίνει, να επιλέξει, να διαπραγματευτεί, να βρει εναλλακτική. Όταν λοιπόν η Πολιτεία φορτώνει δυσανάλογο κόστος στους μικρούς, δεν πλήττει μόνο τους ίδιους. Αποδυναμώνει την ίδια τη λειτουργία της αγοράς. Και τότε η ακρίβεια ανατροφοδοτείται: το κόστος διώχνει τους μικρούς, η έξοδος των μικρών μειώνει τον ανταγωνισμό και η μείωση του ανταγωνισμού κάνει πιο εύκολη τη διατήρηση υψηλών τιμών.
Η ακρίβεια είναι και πολιτική επιλογή
Η ακρίβεια στην Ελλάδα δεν είναι μόνο διεθνές φαινόμενο. Δεν είναι μόνο ενέργεια. Δεν είναι μόνο πληθωρισμός. Δεν είναι μόνο η τελική τιμή που βλέπει ο καταναλωτής.
Είναι και το αποτέλεσμα ενός συστήματος που συσσωρεύει κόστος πάνω στους πιο μικρούς, στους λιγότερο οργανωμένους, στους λιγότερο προστατευμένους.
Είναι το αποτέλεσμα μιας Πολιτείας που ζητά από τη μικρή επιχείρηση να είναι διαρκώς ψηφιακά έτοιμη, φορολογικά διαθέσιμη, τραπεζικά εξαρτημένη, διοικητικά άψογη και θεσμικά ανθεκτική — χωρίς να της προσφέρει αντίστοιχη σταθερότητα, απλότητα και προστασία.
Όσο η μικρή επιχείρηση αντιμετωπίζεται μόνο ως φορολογική ύλη και όχι ως ζωντανό κύτταρο της οικονομίας, η ακρίβεια θα συνεχίσει να παράγεται πριν φτάσει στο ράφι.
Γιατί η ακρίβεια δεν είναι μόνο αγορά. Είναι και διοίκηση. Είναι και φορολογία. Είναι και τράπεζες. Είναι και Δικαιοσύνη. Είναι και πόλη. Είναι και ανταγωνισμός.
Είναι τελικά, πολιτική επιλογή. Και αυτό είναι που πρέπει επιτέλους να ειπωθεί.


