Πρόλογος
Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται αυξανόμενο ενδιαφέρον γύρω από την έννοια του τραύματος και τις επιπτώσεις του στην ψυχική υγεία. Παράλληλα, έχει ενισχυθεί η εστίαση
στο πώς ορισμένες δυσκολίες δεν αφορούν αποκλειστικά το άτομο, αλλά συνδέονται με την
οικογενειακή του ιστορία και με εμπειρίες που προηγήθηκαν της δικής του ζωής. Στο πλαίσιο αυτό, ο όρος «διαγενεολογικό τραύμα» χρησιμοποιείται για να περιγράψει τη μεταβίβαση ψυχικών επιβαρύνσεων και μοτίβων από γενιά σε γενιά, μέσα από σχέσεις, συμπεριφορές και τρόπους διαχείρισης του στρες (Danieli, 1998· Yehuda & Lehrner, 2018). Η χρήση όρων όπως «κληρονομιά» γίνεται μεταφορικά και δεν παραπέμπει σε βιολογικό ή γενετικό ντετερμινισμό, αλλά σε διαδικασίες ψυχικής μετάδοσης που διαμορφώνονται εντός του οικογενειακού πλαισίου.
Η κατανόηση του φαινομένου είναι σημαντική όχι μόνο για επιστημονικούς λόγους, αλλά
και επειδή συμβάλλει στην ερμηνεία εμπειριών που συχνά βιώνονται ως «ανεξήγητες» ή
επαναλαμβανόμενες μέσα στις οικογένειες. Το παρόν άρθρο έχει ενημερωτικό και ψυχοεκπαιδευτικό χαρακτήρα και δεν αποσκοπεί στην παροχή κλινικών οδηγιών ή διαγνωστικών κατευθύνσεων, αλλά στη συνοπτική παρουσίαση της έννοιας του διαγενεολογικού τραύματος, των βασικών μηχανισμών μετάδοσής του και των τρόπων με
τους οποίους μπορεί να αναγνωριστεί στην καθημερινή ζωή.
Εισαγωγή
Σε πολλές οικογένειες παρατηρούνται επαναλαμβανόμενα μοτίβα άγχους, δυσκολιών στην
επικοινωνία, έντονων συναισθηματικών αντιδράσεων ή αποφυγής της συναισθηματικής
έκφρασης. Συχνά, τα μοτίβα αυτά αποδίδονται σε στοιχεία «χαρακτήρα» ή σε ατομικές
επιλογές. Ωστόσο, η ψυχολογική έρευνα δείχνει ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορεί να
σχετίζονται με τραυματικές εμπειρίες προηγούμενων γενεών, οι οποίες επηρεάζουν έμμεσα
το οικογενειακό περιβάλλον και τις σχέσεις μεταξύ των μελών του (Kellermann, 2001· van
der Kolk, 2014).
Το διαγενεολογικό τραύμα δεν συνεπάγεται ότι οι νεότερες γενιές βιώνουν το ίδιο
τραυματικό γεγονός. Αντίθετα, μπορεί να επηρεάζονται από τις συνέπειές του, όπως αυτές
αποτυπώνονται στον τρόπο με τον οποίο οι προηγούμενες γενιές έμαθαν να αντιλαμβάνονται
την ασφάλεια, να ρυθμίζουν το στρες και να σχετίζονται με τους άλλους (Bowlby, 1982·
Siegel, 2012). Η μετάδοση αυτή μπορεί να πραγματοποιείται μέσω της γονεϊκότητας και της
οικογενειακής δυναμικής, μέσα από σιωπές γύρω από δύσκολες εμπειρίες, αλλά και μέσω
βιολογικών μηχανισμών που σχετίζονται με την απόκριση στο στρες (Bowen, 1978· Yehuda
& Lehrner, 2018).
Το παρόν άρθρο αποτελεί θεωρητική και αφηγηματική ανασκόπηση της σχετικής βιβλιογραφίας και δεν συνιστά συστηματική ανασκόπηση ούτε εμπειρική μελέτη. Η προσέγγιση του διαγενεολογικού τραύματος που υιοθετείται στο άρθρο αντλεί στοιχεία από ψυχοδυναμικές, συστημικές και νευροβιολογικές θεωρήσεις του τραύματος, επιχειρώντας μια συνθετική κατανόηση του φαινομένου.
Στις επόμενες ενότητες θα παρουσιαστεί τι περιγράφει ο όρος «διαγενεολογικό τραύμα», πώς
επηρεάζει τις επόμενες γενιές και με ποιους τρόπους μπορεί να γίνει περισσότερο κατανοητό
και, σε κάποιο βαθμό, διαχειρίσιμο.
Κύριο Μέρος
1. Διαγενεολογικό τραύμα: πώς μεταφέρεται από γενιά σε γενιά
Το τραύμα δεν αφορά μόνο το άτομο που έζησε ένα δύσκολο γεγονός. Σε αρκετές περιπτώσεις, οι επιπτώσεις του ενδέχεται να διατηρηθούν μέσα στον χρόνο και να επηρεάσουν και τις επόμενες γενιές, ακόμη κι όταν εκείνες δεν έχουν βιώσει άμεσα το αρχικό τραυματικό γεγονός. Αυτό το φαινόμενο ονομάζεται διαγενεολογικό ή διαγενεακό τραύμα και περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο το ψυχικό φορτίο, οι αντιδράσεις στο στρες, οι τρόποι σύνδεσης και τα οικογενειακά μοτίβα μπορούν να μεταβιβαστούν από γενιά σε γενιά (Danieli, 1998; Kellermann, 2001). Στη βιβλιογραφία γίνεται συχνά εναλλακτική χρήση των όρων «διαγενεολογικό» και «διαγενεακό» τραύμα, αν και δεν είναι απολύτως ταυτόσημοι ο πρώτος αναφέρεται κυρίως στη μετάδοση εμπειριών και μοτίβων μεταξύ άμεσων γενεών, ενώ ο δεύτερος περιγράφει διαδικασίες μετάδοσης που εκτείνονται πέρα από την άμεση διαγενεακή σχέση, σε περισσότερες γενιές.
Στη σύγχρονη ψυχολογία, το τραύμα δεν νοείται απλώς ως «μια κακή ανάμνηση», αλλά ως
εμπειρία που μπορεί να επηρεάσει το νευρικό σύστημα, τη συναισθηματική ρύθμιση και τη
λειτουργικότητα του ατόμου. Όταν αυτή η επίδραση δεν επεξεργάζεται ή παραμένει ενεργή,
μπορεί να διαμορφώσει συμπεριφορές και οικογενειακές δυναμικές που συνεχίζονται στο
πέρασμα του χρόνου (Herman, 1992; van der Kolk, 2014).
Η κατανόηση αυτής της ευρύτερης προσέγγισης του τραύματος αποτελεί τη βάση για τον
ορισμό του διαγενεολογικού τραύματος και την παρουσίαση των βασικών μηχανισμών μέσω
των οποίων οι επιπτώσεις του μπορούν να μεταφερθούν στις επόμενες γενιές, ζητήματα που
αναπτύσσονται στην επόμενη ενότητα.
1.1.Τι είναι το διαγενεολογικό τραύμα;
Ο όρος διαγενεολογικό τραύμα περιγράφει τις ψυχολογικές συνέπειες τραυματικών εμπειριών που μπορεί να μεταφερθούν στα παιδιά ή στα εγγόνια ανθρώπων που τις βίωσαν. Είναι σημαντικό να διευκρινιστεί ότι δεν εμφανίζουν όλα τα άτομα που προέρχονται από πληθυσμούς που έχουν εκτεθεί σε μαζικά τραυματικά γεγονότα ψυχολογικά συμπτώματα ή
δυσκολίες, καθώς η επίδραση του τραύματος διαφοροποιείται ανάλογα με ατομικούς, οικογενειακούς και κοινωνικούς προστατευτικούς παράγοντες. Οι εμπειρίες αυτές μπορεί να
σχετίζονται με πόλεμο, προσφυγιά, βία, κακοποίηση, παρατεταμένη φτώχεια, σοβαρές απώλειες ή χρόνια ανασφάλεια.
Σε συλλογικό επίπεδο, έχει αναδειχθεί ότι οι τραυματικές εμπειρίες μπορούν να επηρεάσουν
και την ταυτότητα ομάδων ή κοινοτήτων, δημιουργώντας «πολιτισμικό τραύμα», το οποίο
διαμορφώνει αφηγήσεις, αξίες και στάσεις (Alexander, 2004).
Η διαγενεακή μετάδοση δεν σημαίνει ότι οι νεότερες γενιές «κληρονομούν» το ίδιο το γεγονός, αλλά τις συνέπειές του: τρόπους σκέψης, μοτίβα άγχους, δυσκολίες στη ρύθμιση των συναισθημάτων ή στρατηγικές αντιμετώπισης που αναπτύχθηκαν ως απάντηση στο αρχικό τραύμα (Danieli, 1998).
1.2.Πώς μεταφέρεται το τραύμα στις επόμενες γενιές;
Η μετάδοση του τραύματος δεν γίνεται με έναν μόνο τρόπο. Πρόκειται για πολυπαραγοντικό
φαινόμενο που περιλαμβάνει ψυχολογικούς, οικογενειακούς και κοινωνικούς μηχανισμούς.
Α) Μέσα από τη σχέση γονέα–παιδιού και τον δεσμό
Η θεωρία του δεσμού υποστηρίζει ότι οι πρώιμες σχέσεις φροντίδας επηρεάζουν το αίσθημα
ασφάλειας και τον τρόπο που το άτομο σχετίζεται αργότερα στη ζωή του (Bowlby, 1982).
Όταν ένας γονέας έχει βιώσει έντονο τραύμα, μπορεί να δυσκολεύεται να προσφέρει σταθερή συναισθηματική διαθεσιμότητα ή να αντιδρά υπερβολικά σε ερεθίσματα που του θυμίζουν απειλή. Αυτές οι δυσκολίες δεν αποτελούν «έλλειψη αγάπης», αλλά συχνά σχετίζονται με το ότι το άτομο λειτουργεί σε κατάσταση αυξημένης επιφυλακής ή συναισθηματικής απορρύθμισης (van der Kolk, 2014).
Στην πράξη, αυτό μπορεί να οδηγήσει σε γονεϊκότητα που χαρακτηρίζεται από υπερπροστασία, αυξημένο έλεγχο ή, αντίθετα, συναισθηματική απόσταση. Το παιδί, μεγαλώνοντας, μπορεί να εσωτερικεύσει αντίστοιχες στρατηγικές: αποφυγή, δυσκολία εμπιστοσύνης ή έντονο άγχος στις σχέσεις (Bowlby, 1982; Siegel, 2012).
Β) Μέσα από οικογενειακά συστήματα και επαναλαμβανόμενα μοτίβα
Οι οικογένειες λειτουργούν ως συστήματα, όπου η συμπεριφορά του ενός μέλους επηρεάζει
και επηρεάζεται από τα υπόλοιπα. Σύμφωνα με τη συστημική προσέγγιση, τραυματικές εμπειρίες μπορούν να ενσωματωθούν στη λειτουργία του οικογενειακού συστήματος και να
δημιουργήσουν σταθερά μοτίβα αλληλεπίδρασης (Bowen, 1978; Minuchin, 1974).
Για παράδειγμα, μια οικογένεια που έχει βιώσει σοβαρή απώλεια ή παρατεταμένη ανασφάλεια μπορεί να αναπτύξει κανόνες όπως «δεν μιλάμε για τα δύσκολα», «πρέπει να είμαστε δυνατοί» ή «δεν δείχνουμε αδυναμία». Αυτοί οι κανόνες μπορεί να λειτουργούν προστατευτικά σε μια περίοδο κρίσης, αλλά όταν παγιώνονται, περιορίζουν τη συναισθηματική έκφραση και δυσκολεύουν την επεξεργασία εμπειριών (Bowen, 1978).
Γ) Μέσα από τη σιωπή, τα μυστικά και τις οικογενειακές αφηγήσεις
Σε πολλές περιπτώσεις, το τραύμα μεταφέρεται όχι μόνο από αυτά που λέγονται, αλλά και
από αυτά που δεν λέγονται. Όταν ένα γεγονός είναι τόσο επώδυνο που δεν μπορεί να συζητηθεί, μπορεί να δημιουργήσει μια «σιωπή» που επηρεάζει το κλίμα της οικογένειας. Οι
νεότερες γενιές συχνά αντιλαμβάνονται ότι υπάρχει κάτι ανεπίλυτο, χωρίς όμως να έχουν πληροφορίες για να το κατανοήσουν. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε αίσθηση ασάφειας, άγχους ή ενοχής (Danieli, 1998; Kellermann, 2001).
Δ) Μέσα από τη βιολογία του στρες και πιθανούς επιγενετικούς μηχανισμούς
Η σύγχρονη έρευνα εξετάζει και τις βιολογικές διαστάσεις της διαγενεακής μετάδοσης, εστιάζοντας στη βιολογία του στρες και σε πιθανούς επιγενετικούς μηχανισμούς. Τα σχετικά
ευρήματα είναι ενδεικτικά και περιγραφικά και καταδεικνύουν συσχετίσεις, χωρίς να
τεκμηριώνουν αιτιώδεις ή ντετερμινιστικές σχέσεις. Υπάρχουν ενδείξεις ότι το χρόνιο στρες
και το τραύμα μπορούν να επηρεάσουν τη λειτουργία του οργανισμού, με επιγενετικές μεταβολές που ενδέχεται να σχετίζονται με τη ρύθμιση της απόκρισης στο στρες (Yehuda &
Lehrner, 2018).
Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι το τραύμα δεν «κληρονομείται» αυτούσιο ούτε μεταβιβάζεται με γραμμικό ή προκαθορισμένο τρόπο. Αντίθετα, τα ευρήματα αυτά υποδηλώνουν την πιθανή μεταφορά μιας αυξημένης ευαλωτότητας ή μιας διαφοροποιημένης φυσιολογικής ρύθμισης του στρες, η οποία αλληλεπιδρά δυναμικά με το περιβάλλον, τις διαπροσωπικές σχέσεις και τις εμπειρίες ζωής του ατόμου, αποκλείοντας βιολογικά αναγωγιστικές ερμηνείες (Yehuda & Lehrner, 2018). Παράλληλα με τη μετάδοση δυσκολιών, η βιβλιογραφία αναδεικνύει και τη διαγενεακή μετάδοση προστατευτικών παραγόντων και μηχανισμών ανθεκτικότητας. Οικογένειες που έχουν αντιμετωπίσει τραυματικές εμπειρίες συχνά μεταβιβάζουν στις επόμενες γενιές αξίες, στρατηγικές προσαρμογής, αίσθηση συνοχής και δεξιότητες αντιμετώπισης δυσκολιών. Η κατανόηση του διαγενεολογικού τραύματος δεν αφορά επομένως μόνο τη μεταφορά ευαλωτοτήτων, αλλά και τη μεταφορά πόρων που ενισχύουν την ψυχική ανθεκτικότητα.
2. Πώς εμφανίζεται το διαγενεολογικό τραύμα στην καθημερινότητα;
Το διαγενεολογικό τραύμα δεν εμφανίζεται πάντα ως μια ξεκάθαρη κλινική εικόνα. Πολλές
φορές εκδηλώνεται ως επαναλαμβανόμενα μοτίβα που δυσκολεύουν τη λειτουργικότητα ή
τις σχέσεις. Οι εκδηλώσεις αυτές ποικίλουν σε ένταση και δεν αποτελούν διάγνωση.
Ενδεικτικά μπορεί να περιλαμβάνει:
αυξημένο άγχος ή υπερδιέγερση
δυσκολία στη συναισθηματική έκφραση ή στη ρύθμιση συναισθημάτων
δυσκολία εμπιστοσύνης ή φόβο εγκατάλειψης
τάση υπερβολικού ελέγχου ή υπερπροστασίας
αποφυγή συγκρούσεων ή, αντίθετα, έντονες αντιδράσεις σε μικρές αφορμές
επαναλαμβανόμενα μοτίβα στις οικογενειακές σχέσεις
Σύμφωνα με την κλινική προσέγγιση του τραύματος, οι αντιδράσεις αυτές δεν είναι
«χαρακτηριστικά προσωπικότητας», αλλά συχνά στρατηγικές προσαρμογής που δημιουργήθηκαν για να αντιμετωπιστούν απειλητικές συνθήκες (Herman, 1992; van der
Kolk, 2014).
Είναι αξιόλογο να διευκρινιστεί ότι τα παραπάνω μοτίβα ενδέχεται να εμφανίζονται σε υποκλινικό επίπεδο και δεν συνεπάγονται κατ’ ανάγκην με την παρουσία ψυχοπαθολογίας,
ενώ μόνο όταν αποκτούν σταθερότητα, ένταση και προκαλούν σημαντική δυσλειτουργία μπορούν να θεωρηθούν κλινικά σημαντικά συμπτώματα που χρήζουν περαιτέρω αξιολόγησης.
2.1. Γιατί είναι σημαντική η αναγνώριση του φαινομένου;
Η κατανόηση του διαγενεολογικού τραύματος βοηθά να δοθεί νόημα σε οικογενειακές
δυσκολίες που διαφορετικά μπορεί να φαίνονται ανεξήγητες ή «τυχαίες». Επίσης, συμβάλλει
στο να αναγνωριστούν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες διαμορφώθηκαν συγκεκριμένες
συμπεριφορές, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αποδίδεται ευθύνη ή «ενοχή» στις προηγούμενες
γενιές. Σε πολλές περιπτώσεις, οι τρόποι λειτουργίας μιας οικογένειας ήταν αποτέλεσμα ανάγκης επιβίωσης σε δύσκολες ιστορικές, κοινωνικές ή προσωπικές συνθήκες (Alexander,
2004; Danieli, 1998).
Παράλληλα, η αναγνώριση επιτρέπει την αλλαγή. Η επεξεργασία της οικογενειακής ιστορίας, η ενίσχυση της συναισθηματικής επίγνωσης και η ανάπτυξη νέων τρόπων επικοινωνίας μπορούν να μειώσουν τη μεταφορά δυσλειτουργικών μοτίβων στις επόμενες γενιές (Siegel, 2012). Σε αυτό το πλαίσιο, η ψυχοθεραπεία και η ψυχοεκπαίδευση μπορούν να λειτουργήσουν υποστηρικτικά, προσφέροντας χώρο κατανόησης, επεξεργασίας και ενίσχυσης της ανθεκτικότητας.
Ωστόσο, η αξιοποίηση της έννοιας απαιτεί προσεκτική θεωρητική τοποθέτηση, γεγονός που
καθιστά αναγκαία τη διερεύνηση των ορίων και των πιθανών παρερμηνειών της.
2.2. Όρια και παρερμηνείες της έννοιας
Παρά την αυξανόμενη ερευνητική τεκμηρίωση για διαγενεακές επιδράσεις του τραύματος,
τα διαθέσιμα δεδομένα δεν επιτρέπουν γενικευμένες ή αιτιοκρατικές ερμηνείες. Πρόσφατη
συστηματική ανασκόπηση και μετα-ανάλυση έδειξε ότι οι γονικές εμπειρίες πρώιμου τραύματος (adverse childhood experiences) σχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο δυσμενών εκβάσεων στα παιδιά, ωστόσο τα αποτελέσματα παρουσιάζουν σημαντική ετερογένεια και δεν αποσαφηνίζουν πλήρως τους υποκείμενους μηχανισμούς μετάδοσης (Racine et al.,2023). Αντίστοιχα, σύγχρονες ανασκοπήσεις για τους επιγενετικούς μηχανισμούς τονίζουν ότι τα ευρήματα παραμένουν κυρίως συσχετιστικά, με μεθοδολογικές διαφοροποιήσεις και ανοιχτά ερωτήματα ως προς τη σταθερότητα και τη γενικευσιμότητα των παρατηρούμενων αλλαγών (Švorcová, 2023). Συνεπώς, η έννοια του διαγενεολογικού τραύματος είναι επιστημονικά γόνιμη, αλλά απαιτεί προσεκτική και πολυπαραγοντική ερμηνεία, ώστε να αποφεύγονται τόσο οι υπεργενικεύσεις όσο και ο βιολογικός αναγωγισμός.
3. Συμπεράσματα
Το διαγενεολογικό τραύμα μπορεί να επηρεάζει στάσεις, συμπεριφορές και τρόπους σύνδεσης μέσα στην οικογένεια, ακόμη και όταν οι νεότερες γενιές δεν έχουν βιώσει το αρχικό τραυματικό γεγονός. Η κατανόηση των μηχανισμών μετάδοσής του συμβάλλει στην αναγνώριση επαναλαμβανόμενων μοτίβων και στη νοηματοδότηση δυσκολιών που συχνά
βιώνονται ως ανεξήγητες. Μέσα από την επίγνωση και την κατάλληλη υποστήριξη είναι δυνατό να περιοριστεί ή και να διακοπεί η διαγενεακή μεταβίβαση δυσλειτουργικών μοτίβων, επιτρέποντας τη διαμόρφωση πιο λειτουργικών τρόπων διαχείρισης και σχέσεων.
Παρά τη συμβολή της σχετικής βιβλιογραφίας στην κατανόηση του φαινομένου, είναι σημαντικό να αναγνωριστούν και οι περιορισμοί της. Πολλά ερευνητικά δεδομένα προέρχονται από μελέτες ειδικών πληθυσμών, όπως απόγονοι επιζώντων του Ολοκαυτώματος, γεγονός που περιορίζει τη δυνατότητα γενίκευσης των ευρημάτων. Επιπλέον, οι επιγενετικοί μηχανισμοί βρίσκονται ακόμη υπό διερεύνηση και δεν υπάρχει καθολική επιστημονική συμφωνία ως προς τους ακριβείς τρόπους διαγενεακής μετάδοσης του τραύματος. Η αναγνώριση των διαγενεακών επιδράσεων του τραύματος δεν αποσκοπεί στην αναζήτηση ευθυνών στο παρελθόν, αλλά στην αφομοίωση των συνθηκών που σχημάτισαν συγκεκριμένα μοτίβα σκέψης, συναισθήματος και σχέσεων. Η επίγνωση αυτή μπορεί να αποτελέσει αξιόλογο βήμα για την ανάπτυξη νέων και περισσότερο λειτουργικών τρόπων σύνδεσης με τον εαυτό και τους άλλους.
Μελλοντική έρευνα θα μπορούσε να εστιάσει σε διαχρονικές μελέτες και στη διερεύνηση
πολιτισμικών διαφοροποιήσεων, προκειμένου να αποσαφηνιστούν περαιτέρω οι μηχανισμοί
μετάδοσης και οι παράγοντες που ενισχύουν ή μετριάζουν την επίδρασή του, συμβάλλοντας
σε μια πιο ολοκληρωμένη και πολυεπίπεδη κατανόηση του φαινομένου.
Γράφει η Ελισάβετ Βασιλείου, Εθελόντρια Ψυχολόγος στο IASIS at Centro
Βιβλιογραφία
Alexander, J. C. (2004). Toward a theory of cultural trauma. In J. C. Alexander, R. Eyerman,
B. Giesen, N. J. Smelser, & P. Sztompka (Eds.), Cultural trauma and collective identity (pp.1–30). University of California Press.
Bowlby, J. (1982). Attachment and loss: Vol. 1. Attachment (2nd ed.). Basic Books. (Original
work published 1969).
Bowen, M. (1978). Family therapy in clinical practice. Jason Aronson.
Danieli, Y. (Ed.). (1998). International handbook of multigenerational legacies of trauma.
Springer.
Herman, J. L. (1992). Trauma and recovery: The aftermath of violence—From domestic
abuse to political terror. Basic Books.
Kellermann, N. P. F. (2001). Transmission of Holocaust trauma: An integrative view.
Psychiatry: Interpersonal and Biological Processes, 64(3), 256–267.
Minuchin, S. (1974). Families and family therapy. Harvard University Press.
Racine, N., Plamondon, A., Madigan, S., McDonald, S., & Tough, S. (2023). Intergenerational transmission of parent adverse childhood experiences to child outcomes: A
systematic review and meta-analysis. Child Abuse & Neglect, 144, 106393.
https://doi.org/10.1016/j.chiabu.2023.106393
Siegel, D. J. (2012). The developing mind: How relationships and the brain interact to shape
who we are (2nd ed.). Guilford Press.
Švorcová, J. (2023). Transgenerational epigenetic inheritance of traumatic experience in
mammals. Genes, 14(1), 120. https://doi.org/10.3390/genes14010120
van der Kolk, B. A. (2014). The body keeps the score: Brain, mind, and body in the healing
of trauma. Viking.
Yehuda, R., & Lehrner, A. (2018). Intergenerational transmission of trauma effects: Putative role of epigenetic mechanisms. World Psychiatry, 17(3), 243–257.


