Top 5 This Week

spot_img

Όταν τα βασανιστήρια είχαν την υπογραφή του δικαστή

Η Δικαιοσύνη δεν υπήρξε ποτέ αποκομμένη από την πολιτική και οικονομική εξουσία της εποχής της. Άλλοτε λειτούργησε ως ανάχωμα στην αυθαιρεσία και άλλοτε ως μηχανισμός νομιμοποίησής της. Η ιστορία της αποκαλύπτει ότι η δικαστική ανεξαρτησία δεν είναι αυτονόητη, αλλά μια διαρκής κατάκτηση που απαιτεί θεσμικές εγγυήσεις, προσωπική ακεραιότητα και λογοδοσία. Γιατί υπήρξαν εποχές που η αδικία όχι μόνο δεν παραβίαζε τον νόμο, αλλά επιβαλλόταν στο όνομά του, με τη σφραγίδα εκείνων που είχαν αναλάβει να απονέμουν το δίκαιο.

Στις 9 Μαρτίου 1762, δεκατρείς δικαστές στην Τουλούζη αποφάσισαν για τη ζωή του Ζαν Καλάς. Οκτώ ψήφισαν υπέρ της θανατικής καταδίκης του και πέντε διαφώνησαν. Ο προτεστάντης έμπορος κατηγορούνταν ότι είχε δολοφονήσει τον γιο του, χωρίς η κατηγορία να στηρίζεται σε επαρκή αποδεικτικά στοιχεία.

Η απόφαση προέβλεπε κάτι ακόμη: πριν εκτελεστεί, ο Καλάς θα υποβαλλόταν σε βασανιστήρια για να ομολογήσει. Οι δικαστές ενέκριναν τον εξαναγκασμό με νερό και τη μηχανική διάταση του σώματος, ενώ ως θανατική ποινή επέβαλαν τον τροχό, μια ιδιαίτερα απάνθρωπη μορφή δημόσιας τιμωρίας.

Ο Καλάς επέμεινε στην αθωότητά του. Εκτελέστηκε την επόμενη ημέρα και αποκαταστάθηκε μεταθανάτια το 1765, έπειτα και από την παρέμβαση του Βολταίρου.

Το συγκλονιστικό δεν είναι μόνο η σκληρότητα της ποινής, αλλά ότι είχε εγκριθεί από το ίδιο το δικαστήριο που τον καταδίκασε. Μάλιστα, σύμφωνα με το γαλλικό Υπουργείο Δικαιοσύνης, κατά την έρευνα είχαν παραβιαστεί ακόμη και διατάξεις της τότε ισχύουσας ποινικής διαδικασίας.

Η υπόθεση Καλάς αποκαλύπτει έτσι δύο διαφορετικές όψεις της δικαστικής αδικίας: έναν νόμο που επέτρεπε τον βασανισμό και μια διαδικασία στην οποία παρακάμφθηκαν ακόμη και οι περιορισμένες εγγυήσεις της εποχής.

Η αδικία δεν χρειαζόταν πάντοτε να παραβιάσει τον νόμο. Μπορούσε να έχει την υπογραφή εκείνων που είχαν την εξουσία να τον εφαρμόζουν.

Τα βασανιστήρια είχαν διαδικασία

Για αιώνες, σε σημαντικό μέρος της Ευρώπης, τα βασανιστήρια δεν ήταν απλώς πρακτική αυταρχικών ηγεμόνων. Αποτελούσαν μέρος της ποινικής διαδικασίας, με κανόνες και δικαστική έγκριση.

Ο ποινικός κώδικας του Καρόλου Ε΄, η Constitutio Criminalis Carolina του 1532, καθόριζε τις προϋποθέσεις χρήσης ανακριτικών βασανιστηρίων. Μέθοδοι εξαναγκασμού με νερό, μηχανικής διάτασης και σωματικής πίεσης μπορούσαν να χρησιμοποιούνται για την απόσπαση ομολογιών. Μετά την καταδίκη, προβλέπονταν επίσης δημόσια μαστίγωση, στιγματισμός, ακρωτηριασμοί και ιδιαίτερα σκληρές θανατικές ποινές.

Το 1628, στο Μπάμπεργκ της Γερμανίας, ο πρώην δήμαρχος Γιοχάνες Γιούνιους κατηγορήθηκε για μαγεία. Σε επιστολή προς την κόρη του περιέγραψε πώς εξαναγκάστηκε να ομολογήσει πράξεις που, όπως υποστήριζε, δεν είχε διαπράξει. Καταδικάστηκε και εκτελέστηκε. Η επιστολή του διασώζεται στη Βιβλιοθήκη του Μπάμπεργκ, αποκαλύπτοντας πώς ο εξαναγκασμός μπορούσε να κατασκευάζει την ίδια την απόδειξη της ενοχής.

Ο ιστορικός του δικαίου John H. Langbein, στο Torture and the Law of Proof, ανέλυσε πώς τα βασανιστήρια είχαν ενσωματωθεί στους μηχανισμούς απόδειξης. Δεν αποτελούσαν πάντοτε αστοχία του συστήματος. Ήταν μέρος της λειτουργίας του.

Ο Μισέλ Φουκώ, στο Επιτήρηση και Τιμωρία, ανέδειξε μια ακόμη διάσταση: οι δημόσιες σωματικές ποινές αποτελούσαν και επίδειξη της κρατικής εξουσίας πάνω στον άνθρωπο. Με τη σταδιακή αντικατάστασή τους από τη φυλάκιση, κατά την ανάλυσή του, οι μηχανισμοί ελέγχου δεν εξαφανίστηκαν, αλλά μετασχηματίστηκαν.

Η ιστορική αυτή εμπειρία θέτει ένα διαχρονικό ερώτημα: η Δικαιοσύνη λειτουργεί πάντοτε ως όριο στην εξουσία ή μπορεί να αποτελεί και εργαλείο άσκησής της;

Η τήβεννος δεν είναι πιστοποιητικό αλάθητου

Σήμερα ο δικαστής περιβάλλεται από ιδιαίτερο κύρος. Η έδρα, η τήβεννος και η επίκληση του νόμου δημιουργούν την εικόνα ενός ανθρώπου που βρίσκεται πάνω από συμφέροντα, προκαταλήψεις και πολιτικές επιρροές.

Όμως η δικαστική ιδιότητα δεν αποτελεί πιστοποιητικό ηθικής ανωτερότητας. Ο δικαστής παραμένει άνθρωπος, με πεποιθήσεις, φιλοδοξίες, φόβους και ενδεχόμενες εξαρτήσεις. Η νομική κατάρτιση δεν εγγυάται από μόνη της ούτε την προσωπική ακεραιότητα ούτε το θάρρος της ανεξάρτητης κρίσης.

Η ιστορία αποκαλύπτει ότι οι δικαστές δεν υπήρξαν πάντοτε παθητικοί εφαρμοστές άδικων νόμων. Ορισμένοι συμμετείχαν ενεργά στη διεύρυνση της καταπίεσης.

Στη ναζιστική Γερμανία, πολλοί δικαστές που είχαν υπηρετήσει στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης συνέχισαν τη σταδιοδρομία τους μετά την άνοδο του Χίτλερ. Όπως τεκμηριώνει το Αμερικανικό Μουσείο Ολοκαυτώματος, αρκετοί δεν περιορίστηκαν στην εφαρμογή της νέας νομοθεσίας, αλλά την ερμήνευσαν με τρόπο που διευκόλυνε τις διώξεις του καθεστώτος.

Το 1942, ο δικαστής Όσβαλντ Ρόταουγκ, ως πρόεδρος ειδικού δικαστηρίου της Νυρεμβέργης, συνέβαλε καθοριστικά στη θανατική καταδίκη του Εβραίου επιχειρηματία Λέο Κάτσενμπεργκερ. Η διαδικασία είχε οργανωθεί ώστε να οδηγήσει σε προκαθορισμένο αποτέλεσμα. Μετά τον πόλεμο, ο Ρόταουγκ καταδικάστηκε ο ίδιος στη Δίκη των Νομικών της Νυρεμβέργης για τη συμμετοχή του στις ναζιστικές διώξεις.

Ούτε οι συνταγματικές δημοκρατίες υπήρξαν απρόσβλητες από σοβαρές δικαστικές αδικίες. Το 1927, στην υπόθεση Buck v. Bell, το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ έκρινε συνταγματική νομοθεσία που επέτρεπε την αναγκαστική στείρωση ανθρώπων στο πλαίσιο της ευγονικής πολιτικής της εποχής.

Τα παραδείγματα δεν εξισώνουν διαφορετικά πολιτεύματα. Αποκαλύπτουν, όμως, ότι η δικαστική ανεξαρτησία και το κύρος ενός ανώτατου δικαστηρίου δεν εξασφαλίζουν αυτομάτως αποφάσεις που προστατεύουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.

Μια απόφαση δεν γίνεται δίκαιη επειδή είναι νόμιμη, ούτε ένας δικαστής αμερόληπτος επειδή φορά τήβεννο.

Η υποταγή δεν χρειάζεται πάντοτε εντολές

Η πολιτική επιρροή στη Δικαιοσύνη δεν ασκείται αναγκαστικά με απευθείας παρεμβάσεις. Μπορεί να λειτουργεί μέσα από τις επαγγελματικές ιεραρχίες, τις προαγωγές και την προσδοκία κατάληψης ανώτερων θέσεων.

Μια μελέτη που δημοσιεύθηκε το 2012 στο Journal of Empirical Legal Studies εξέτασε αποφάσεις διοικητικού ελέγχου του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Ισπανίας. Παρότι οι ερευνητές δεν διαπίστωσαν έντονη συνολική πολιτική ευθυγράμμιση των δικαστών, εντόπισαν σημαντική σχέση ανάμεσα σε ορισμένες αποφάσεις και στα συμφέροντα της κυβέρνησης.

Ακόμη πιο συγκεκριμένη ήταν μελέτη που δημοσιεύθηκε το 2021 στο Journal of Law and Economics, εξετάζοντας υποθέσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Ινδίας κατά την περίοδο 1999–2014. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι οι προσδοκίες για σημαντικές θέσεις μετά τη συνταξιοδότηση μπορούσαν να επηρεάζουν τη δικαστική συμπεριφορά σε κυβερνητικές υποθέσεις. Εντόπισαν επίσης ότι ευνοϊκές προς την κυβέρνηση αποφάσεις συνδέονταν με αυξημένη πιθανότητα μεταγενέστερων διορισμών σε σημαντικές θέσεις.

Τα ευρήματα αυτά δεν αποδεικνύουν ότι οι περισσότεροι δικαστές υποτάσσονται στην εξουσία. Δείχνουν, όμως, ότι η θεσμική ανεξαρτησία μπορεί να υπονομεύεται και χωρίς ρητές εντολές. Η προσαρμογή στις προσδοκίες των ισχυρών ενδέχεται να εμφανίζεται ως επαγγελματική σύνεση και η αποφυγή σύγκρουσης ως ουδετερότητα.

Η ελληνική ιστορία προσφέρει ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της αντίθετης στάσης. Το 1834, κατά τη δίκη του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και του Δημητρίου Πλαπούτα, η πλειοψηφία του πενταμελούς δικαστηρίου αποφάσισε τη θανατική καταδίκη τους. Δύο δικαστές, ο Αναστάσιος Πολυζωίδης και ο Γεώργιος Τερτσέτης, διαφώνησαν και αρνήθηκαν να υπογράψουν την απόφαση, παρά τις πιέσεις που ασκήθηκαν.

Η στάση τους είχε συνέπειες. Απομακρύνθηκαν από τα δικαστικά τους καθήκοντα και παραπέμφθηκαν οι ίδιοι σε δίκη, από την οποία τελικά αθωώθηκαν.

Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε με βεβαιότητα τα προσωπικά κίνητρα των άλλων δικαστών. Η υπόθεση αποκαλύπτει, όμως, πόσο σημαντική μπορεί να είναι η προσωπική στάση του δικαστή όταν η ανεξάρτητη κρίση συνοδεύεται από πραγματικό κόστος.

Η Δικαιοσύνη απέναντι στην ίδια της την ιστορία

Θα ήταν εύκολο να απορρίψουμε όλα αυτά ως γεγονότα ενός μακρινού παρελθόντος. Οι δημόσιες σωματικές ποινές και τα θεσμοθετημένα βασανιστήρια έχουν καταργηθεί στα σύγχρονα ευρωπαϊκά συστήματα δικαιοσύνης. Οι συνταγματικές εγγυήσεις, το τεκμήριο αθωότητας και η διεθνής προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων αποτελούν τεράστιες ιστορικές κατακτήσεις.

Δεν εξαφανίζουν, όμως, την ανθρώπινη αδυναμία ούτε καθιστούν τη δικαστική εξουσία απρόσβλητη από πολιτικές επιρροές και θεσμική αυθαιρεσία.

Η ιστορία της Δικαιοσύνης δεν είναι μόνο ιστορία προόδου. Είναι και η ιστορία ανθρώπων που καταδικάστηκαν για τις πεποιθήσεις τους, υπέστησαν βασανιστήρια με δικαστική έγκριση ή στερήθηκαν θεμελιώδη δικαιώματα μέσα από επίσημες διαδικασίες.

Γι’ αυτό η ανεξαρτησία δεν μπορεί να εξασφαλίζεται μόνο με συνταγματικές διακηρύξεις. Απαιτεί διαφανείς διαδικασίες επιλογής και εξέλιξης των δικαστικών λειτουργών, ουσιαστική λογοδοσία, αιτιολογημένες αποφάσεις και προστασία από κάθε αθέμιτη παρέμβαση. Δεν πρέπει να συγχέεται με την απουσία ελέγχου.

Η κριτική προς τους δικαστές δεν αποτελεί κατ’ ανάγκην επίθεση στη Δικαιοσύνη. Μπορεί να είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την υπεράσπισή της. Η εμπιστοσύνη της κοινωνίας δεν κερδίζεται με την απαίτηση να θεωρούνται οι δικαστές αλάθητοι, αλλά με την ύπαρξη θεσμών που διασφαλίζουν την αμεροληψία και τη λογοδοσία τους.

Η Δικαιοσύνη δεν γίνεται ισχυρότερη όταν θεωρούμε τους δικαστές αμέμπτους. Γίνεται ισχυρότερη όταν διασφαλίζουμε ότι δεν χρειάζεται να είναι ήρωες για να απονέμουν το δίκαιο.

Γιατί η μεγαλύτερη απειλή για τη Δικαιοσύνη δεν προερχόταν πάντοτε από εκείνους που παραβίαζαν τους νόμους. Ορισμένες φορές προερχόταν από εκείνους που, έχοντας την εξουσία να τους εφαρμόζουν, επέτρεπαν να χρησιμοποιούνται ως εργαλεία καταπίεσης.

Και το πραγματικό μέτρο μιας ανεξάρτητης Δικαιοσύνης δεν είναι πόσο αυστηρά εφαρμόζει τον νόμο στους αδύναμους, αλλά πόσο αποτελεσματικά προστατεύει τον πολίτη απέναντι στους ισχυρότερους φορείς της εξουσίας.


Πηγές και ιστορική τεκμηρίωση

Γαλλικό Υπουργείο Δικαιοσύνης – Υπόθεση Ζαν Καλάς · Criminocorpus – Η δικαστική απόφαση του 1762 · Βιβλιοθήκη Μπάμπεργκ – Επιστολή Γιοχάνες Γιούνιους · John H. Langbein – Torture and the Law of Proof · Stanford Encyclopedia of Philosophy – Michel Foucault · United States Holocaust Memorial Museum – Υπόθεση Κάτσενμπεργκερ · Buck v. Bell, 1927 · Garoupa, Gili & Gómez-Pomar, 2012 · Aney, Dam & Ko, 2021 · Δίκη Κολοκοτρώνη – Ιστορικό χρονολόγιο

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

Popular Articles