Η Ψυχολογία, ως Θεωρητική Επιστήμη, διαφέρει σημαντικά από τις Θετικές Επιστήμες όπως την Φυσική, τα Μαθηματικά και την Μηχανική. Θεμελιώδης διαφορά είναι πως εκείνες έχουν νόμους που λαμβάνονται υπόψιν καθώς ίσχυαν, ισχύουν και θα συνεχίσουν να ισχύουν. Όμως και Ψυχολογία είναι μια Επιστήμη, καθώς αποτελείται από θεωρίες οι οποίες οδηγούνται στην επανάληψη ή στη διάψευση από την έρευνα με βάση τα σύγχρονα δεδομένα. Τι θα γινόταν, όμως, αν προσπαθούσαμε να ταυτίσουμε τους νόμους των Θετικών Επιστημών με τις σύγχρονες εφαρμογές της Ψυχολογίας; (Southwick et al., 2014).

Ας πάρουμε ως παράδειγμα την παραμόρφωση των υλικών που εξηγείται με λεπτομέρεια από την Μηχανική. Στο σχήμα 1 απεικονίζεται η Στατική και Δυναμική Παραμόρφωση Εφελκυσμού ή Θλίψης. Πρόκειται για την συμπεριφορά ενός υλικού που έχει σχήμα ενός δοκιμίου (άξονα) και μας δείχνει πώς αυτό ανταποκρίνεται όταν του ασκούνται δυνάμεις που προσπαθούν είτε να το επιμηκύνουν είτε να το συνθλίψουν από τα δύο του άκρα. Τι κι αν προσπαθούσαμε, λοιπόν, να ταυτίσουμε την παραμόρφωση των υλικών με την ανθρώπινη σκέψη, το συναίσθημα και την συμπεριφορά; (Qiu et al., 2024).
Για να γίνει κάτι τέτοιο θα χρειαστεί να κατανοήσουμε ορισμένες έννοιες της Αντοχής Υλικών που παρουσιάζονται και στην εικόνα 1. Αρχικά, στην εικόνα βρίσκεται ένα διάγραμμα τάσεων – παραμορφώσεων του υλικού. Ο κάθετος άξονας αφορά τις τάσεις σ, δηλαδή τις δυνάμεις που ασκούνται στο υλικό ενώ ο οριζόντιος άξονας αφορά την επιμήκυνση ε του δοκιμίου, δηλαδή το πώς παραμορφώνεται από τις δυνάμεις που ασκούνται σε αυτό. Αξίζει να αναφερθεί πως ένα υλικό στο οποίο ασκείται δύναμη περνά από διαφορετικά στάδια. Στην αρχή βρισκόμαστε στο σημείο μηδέν όπου δεν ασκούνται δυνάμεις, έπειτα με το μικρό μέγεθος της δύναμης που ασκείται, το υλικό ξεκινά να παραμορφώνεται ελαστικά. Ελαστική Παραμόρφωση είναι εκείνη που παρουσιάζει το υλικό όταν με την παύση άσκησης δύναμης μπορεί να επανέλθει στην αρχική του μορφή. Στη συνέχεια με την άσκηση μεγαλύτερης δύναμης στο υλικό παρουσιάζεται η Πλαστική Παραμόρφωση. Εκείνη στην οποία αν σταματήσει να ασκείται δύναμη, ο υλικό δεν θα επανέλθει αλλά θα έχει αλλάξει μορφή, δηλαδή στην περίπτωσή μας το δοκίμιο θα έχει λυγίσει μόνιμα. Τελευταία, έρχεται η μέγιστη δύναμη που μπορεί να αντέξει του υλικό καθώς έπειτα οδηγείται στη Θραύση, όπου το δοκίμιο σπάει. Έτσι, έχοντας κατανοήσει κάποιες βασικές έννοιες μπορούμε να περάσουμε στα χαρακτηριστικά της καταπόνησης που απεικονίζεται στο διάγραμμα, αλλά και να δούμε πώς αυτά μπορούν να ταυτιστούν με την ανθρώπινη ψυχική εμπειρία (Vella & Pai, 2019; Denckla, et al., 2020) .
Ας επιχειρήσουμε να ταυτίσουμε τις τάσεις σ που δέχεται το δοκίμιο με τις καταστάσεις στις οποίες μπορεί να βρεθούμε ως άνθρωποι. Ξεκινώντας στο διάγραμμα από το σημείο μηδέν κάτω αριστερά και ανεβαίνοντας προς τα πάνω συναντάμε πρώτα το σΑ. Πρόκειται για το Όριο Αναλογίας, την τιμή της τάσης στην οποία το υλικό συμπεριφέρεται ελαστικά και γραμμικά. Στην ψυχική εμπειρία το Όριο Αναλογίας θα μπορούσε να είναι κάθε προβλέψιμη κατάσταση που μπορεί να ενεργοποιεί μηχανισμούς άμυνας, που όμως έχουμε μάθει να διαχειριζόμαστε στην καθημερινότητα χωρίς να απορρυθμιζόμαστε συναισθηματικά. Για παράδειγμα η ρουτίνα, οι υποχρεώσεις, η κίνηση που συναντάμε στον δρόμο και η ανάγκη να είμαστε παραγωγικοί και αποδοτικοί (IJntema et al., 2019).
Προχωρώντας παραπάνω στο διάγραμμα καθώς αυξάνεται ελάχιστα η τάση φτάνουμε στο σημείο σΕ, στο Όριο Ελαστικότητας όπου το υλικό συνεχίζει να παραμορφώνεται ελαστικά αλλά όχι γραμμικά. Το Όριο Ελαστικότητας είναι οι καταστάσεις με τις οποίες δεν έχουμε την απαραίτητη εξοικείωση όμως καταφέρνουμε να τις ξεπεράσουμε χωρίς να “παραμορφωθούμε” ψυχικά. Τέτοιες είναι οι καταστάσεις που μας βγάζουν από την ζώνη άνεσης (comfort zone) και αποτελούν κίνητρο για εξέλιξη. Η προσαρμογή σε μια νέα θέση εργασίας, η αποδοχή κριτικής από ανώτερους, η μετακόμιση σε άλλο σπίτι από το πατρικό, καταστάσεις που μας διδάσκουν να είμαστε ψυχικά ευέλικτοι και ανθεκτικοί ακόμη και με την έλλειψη οικειότητας (IJntema, et al., 2023).
Συνεχίοντας ανοδικά στο διάγραμμα και φτάνοντας στο μεγαλύτερο ύψος της καμπύλης που σχηματίζεται, φτάνουμε στο σημείο σΜ, που είναι το Όριο Αντοχής. Πρόκειται για την μεγαλύτερη τάση που δέχεται το υλικό καθώς ξεπερνά την ελαστικότητά του και παραμορφώνεται πλαστικά με αποτέλεσμα το δοκίμιο να λυγίζει χωρίς να υπάρχει πλέον η δυνατότητα επαναφοράς στην αρχική του αξονική μορφή. Το Όριο Αντοχής στην ανθρώπινη ψυχική εμπειρία μπορεί να παρομοιαστεί με τραυματικές και βαθιά υπαρξιακές καταστάσεις που μας “λυγίζουν” όπως το δοκίμιο, δηλαδή μας διαμορφώνουν αφήνοντας ένα μόνιμο αποτύπωμα στην ταυτότητα, τον τρόπο σκέψης και τις συναισθηματικές λειτουργίες μας. Τέτοιες καταστάσεις είναι το πένθος, η απώλεια, οποιαδήποτε μορφή κακοποίησης, ο πόλεμος και οι φυσικές καταστροφές, αλλά και καταστάσεις με παρατεταμένες συνθήκες ψυχικής φθοράς όπως το χρόνιο άγχος, η υπερκόπωση (burnout), η μακροχρόνια έκθεση σε τοξικό περιβάλλον, η συστηματική υποτίμηση του εαυτού, ή εμπειρίες υπαρξιακού ρήγματος όπως μια συλλογική τραγωδία ή κρίση (π.χ. πανδημία) (IJntema, et al., 2023).
Τέλος, φτάνουμε στην καταληκτική φάση του υλικού που επέρχεται με την ελάχιστη αύξηση της τάσης στην οποία το υλικό σπάει. Αυτή η ελάχιστη τάση ονομάζεται Τάση Θραύσης (σΘ) και παρόλο που είναι πολύ μικρότερη από τις προηγούμενες, είναι εκείνη που προκαλεί το αποτέλεσμα όλων των τάσεων που έχει δεχθεί το υλικό και αλλάζει εντελώς τη μορφή του. Φυσικά και μια τέτοια φάση είναι γνωστή και στον συναισθηματικό κόσμο του ανθρώπου. Πλέον, μιλάμε για τις καταστάσεις θραύσης (breakdown), όπου οι άμυνες δεν αρκούν για να αντιμετωπίσουμε την ψυχική πίεση, με αποτέλεσμα να καταρρέουμε εκφράζοντας όλο το βάρος που κουβαλούσαμε (Richter-Levin & King, 2021). Είναι οι φάσεις στις οποίες πλέον είμαστε ανίκανοι να συνεχίσουμε να δουλεύουμε “μηχανικά”, που μας διαπερνά το μουδιασμένο συναίσθημα ματαιότητας και αδιαφορίας, που τα σωματικά συμπτώματα κάνουν την εμφάνισή τους και η μοναδική λύση φαίνεται να είναι η απομόνωση (Ghasemi, 2024; Suslovic & Lett, 2023).
Είναι απίστευτο το πόσο καλά μπορούμε να παρομοιάσουμε την πορεία ενός υλικού με εκείνη της ανθρώπινης ψυχικής. Όπως ένα υλικό μπορεί να σπάσει, να χάσει τη μορφή του και να χρειαστεί φροντίδα για να επανέλθει, έτσι κι εμείς, όταν δοκιμαζόμαστε, έχουμε ανάγκη από προσοχή, κατανόηση και φροντίδα (Maggi, et al., 2010; Norris et al., 2008). Έτσι, είναι εξίσου σημαντικό να γνωρίζουμε πως καθετί πολύτιμο χρειάζεται ειδική μεταχείριση. Η επούλωση δεν έρχεται από τη μία μέρα στην άλλη. Προϋποθέτει χρόνο και καθοδήγηση από ανθρώπους που γνωρίζουν πώς να μας βοηθήσουν να σταθούμε ξανά στα πόδια μας. Οι ειδικοί της ψυχικής υγείας δεν είναι εκεί μόνο για τις δύσκολες στιγμές. Είναι εκεί για να μας δείξουν δρόμους που ίσως δεν βλέπουμε μόνοι μας, να μας μάθουν πώς να φροντίζουμε τον εαυτό μας πριν φτάσουμε στο σημείο “θραύσης” (Southwick et al., 2014; Vella & Pai, 2019).
Κανένας δεν μπορεί να μας εγγυηθεί πως θα παραμείνουμε ανθεκτικοί και συνειδητοί μέσα από τις καταστάσεις που θα βιώσουμε στη ζωή μας. Οφείλουμε, όμως, να γνωρίζουμε ώστε να πετύχουμε στην πρόληψη, στην φροντίδα, και στην αποκατάσταση της ψυχικής μας υγείας. Και ας μην ξεχνάμε πως το να ζητάς στήριξη δεν είναι ένδειξη αδυναμίας, είναι η πιο γενναία μορφή αυτοφροντίδας.
Γράφει η Αικατερίνη Μυρτώ Βλάχου, Εθελόντρια Φοιτήτρια Ψυχολογίας στο IASIS at Centro
Βιβλιογραφικές Αναφορές
Denckla, C. A., Cicchetti, D., Kubzansky, L. D., Seedat, S., Teicher, M. H., Williams, D. R. & Koenen, K. C. (2020). Psychological resilience: an update on definitions, a critical appraisal, and research recommendations. European Journal of Psychotraumatology, 11(1). https://doi.org/10.1080/20008198.2020.1822064
Ghasemi, F., Beversdorf, D. Q., & Herman, K. C. (2024). Stress and stress responses: A narrative literature review from physiological mechanisms to intervention approaches. Journal of Pacific Rim Psychology, 18. https://doi.org/10.1177/18344909241289222
IJntema, R. C., Burger, Y. D., & Schaufeli, W. B. (2019). Reviewing the labyrinth of psychological resilience: Establishing criteria for resilience-building programs. Consulting Psychology Journal: Practice and Research, 71(4), 288-304. https://doi.org/10.1037/cpb0000147
IJntema, R. C., Schaufeli, W. B., & Burger, Y. D. (2023). Resilience mechanisms at work: The psychological immunity-psychological elasticity (PI-PE) model of psychological resilience. Current Psychology, 42(6), 4719-4731. https://doi.org/10.1007/s12144-021-01813-5
Maggi, S., Ostry, A., Callaghan, K., Hershler, R., Chen, L., D’Angiulli, A. & Hertzman, C. (2010). Rural-urban migration patterns and mental health diagnoses of adolescents and young adults in British Columbia, Canada: a case-control study. Child and Adolescent Psychiatry and Mental Health 4, 13. https://doi.org/10.1186/1753-2000-4-13
Norris, F. H., Stevens, S. P., Pfefferbaum, B., Wyche, K. F., & Pfefferbaum, R. L. (2008). Community resilience as a metaphor, theory, set of capacities, and strategy for disaster readiness. American Journal of Community Psychology, 41(1-2), 127-150. https://doi.org/10.1007/s10464-007-9156-6
Qiu, A. H., Tay, D. & Watson, B. (2024). Metaphorical language and psychopathological symptoms: a case study of trauma victims’ metaphor use. BMC Psychology, 12, 57. https://doi.org/10.1186/s40359-023-01492-w
Richter-Levin, G., & King, A. (2021). Labels Matter: Is it stress or is it Trauma?. Translational Psychiatry, 11, 385. https://doi.org/10.1038/s41398-021-01514-4
Southwick, S. M., Bonanno, G. A., Masten, A. S., Panter-Brick, C., & Yehuda, R. (2014). Resilience definitions, theory, and challenges. European Journal of Psychotraumatology, 5(1). https://doi.org/10.3402/ejpt.v5.25338
Suslovic, B. & Lett E. (2023). Resilience is an Adverse Event: A Critical Discussion of Resilience Theory in Health Services Research and Public Health. Community Health Equity Research & Policy, 44(3), 339-343. https://doi.org/10.1177/2752535X231159721
Vella, S.-L. C., & Pai, N. B. (2019). A theoretical review of psychological resilience: Defining resilience and resilience research over the decades. Archives of Medicine and Health Sciences, 7(2), 233–239. https://doi.org/10.4103/amhs.amhs_119_19

