Στη σημερινή ποικιλόμορφη και πολυπολιτισμική κοινωνία, η σχέση Εκκλησίας και Κράτους αποτελεί ένα ζήτημα που συνδέεται άμεσα με τη θρησκευτική ελευθερία, την ισότητα των πολιτών και τη λειτουργία της δημοκρατίας.
Ο διαχωρισμός Εκκλησίας και Κράτους δεν σημαίνει περιορισμό της θρησκευτικής πίστης ούτε αποκλεισμό της θρησκείας από την κοινωνική ζωή. Αντίθετα, αποσκοπεί στη θεσμική ουδετερότητα της Πολιτείας απέναντι στις διαφορετικές θρησκευτικές ή μη θρησκευτικές πεποιθήσεις των πολιτών.
Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, το Κράτος δεν ταυτίζεται με συγκεκριμένο θρησκευτικό δόγμα και η Εκκλησία παραμένει ελεύθερη να επιτελεί το πνευματικό και κοινωνικό της έργο, χωρίς όμως να αποτελεί μέρος της κρατικής εξουσίας.
ΤΙ ΙΣΧΥΕΙ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
Στην Ελλάδα υπάρχει μια ιστορικά στενή σχέση μεταξύ Πολιτείας και Ορθόδοξης Εκκλησίας. Το ελληνικό συνταγματικό μοντέλο δεν είναι μοντέλο πλήρους διαχωρισμού, αλλά περιλαμβάνει τόσο την κατοχύρωση της θρησκευτικής ελευθερίας όσο και ειδικές αναφορές στην Ορθόδοξη Εκκλησία.
Το άρθρο 3 του Συντάγματος ορίζει ως «επικρατούσα θρησκεία» στην Ελλάδα τη θρησκεία της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού.
Παράλληλα, όμως, το άρθρο 13 ορίζει ότι «η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης είναι απαραβίαστη» και ότι η απόλαυση των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων δεν εξαρτάται από τις θρησκευτικές πεποιθήσεις του καθενός. Προβλέπει επίσης ότι κάθε γνωστή θρησκεία είναι ελεύθερη και ότι η λατρεία της τελείται ανεμπόδιστα υπό την προστασία των νόμων.
Υπάρχουν, ωστόσο, και άλλες συνταγματικές διατάξεις που αποτυπώνουν την ιστορικά στενή σχέση θρησκείας και Πολιτείας. Το άρθρο 16 περιλαμβάνει στους σκοπούς της Παιδείας την ανάπτυξη της «εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης», ενώ το άρθρο 14 προβλέπει ακόμη, κατ’ εξαίρεση, τη δυνατότητα κατάσχεσης εντύπου μετά την κυκλοφορία του για προσβολή της χριστιανικής και κάθε άλλης γνωστής θρησκείας.
Αντίστοιχες αναφορές θρησκευτικού χαρακτήρα υπάρχουν στις συνταγματικές διατάξεις σχετικά με τον όρκο του Προέδρου της Δημοκρατίας και των βουλευτών.
Η ύπαρξη αυτών των προβλέψεων δεν σημαίνει αυτομάτως ότι στην Ελλάδα δεν προστατεύεται η θρησκευτική ελευθερία. Αναδεικνύει, όμως, ένα ευρύτερο θεσμικό ερώτημα: κατά πόσο ένα σύγχρονο, πλουραλιστικό κράτος πρέπει να διατηρεί στο ίδιο του το Σύνταγμα ιδιαίτερη σχέση με μία συγκεκριμένη θρησκευτική παράδοση.
ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ
Η ελευθερία σκέψης, συνείδησης και θρησκείας αποτελεί θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα.
Κατοχυρώνεται στο άρθρο 18 της Οικουμενικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στο άρθρο 18 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και στο άρθρο 9 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Η προστασία αυτή αφορά όχι μόνο το δικαίωμα κάποιου να πιστεύει και να ασκεί μία θρησκεία, αλλά και το δικαίωμά του να αλλάξει πεποιθήσεις ή να μην ακολουθεί καμία θρησκεία.
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει επανειλημμένα επισημάνει ότι η ελευθερία σκέψης, συνείδησης και θρησκείας αποτελεί ένα από τα θεμέλια μιας δημοκρατικής κοινωνίας και συνδέεται άμεσα με τον πλουραλισμό.
Επομένως, το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι αν η θρησκεία έχει θέση στην κοινωνία — ασφαλώς και έχει. Το ερώτημα είναι αν το Κράτος πρέπει να διατηρεί προνομιακή θεσμική σχέση με μία συγκεκριμένη θρησκεία ή να στέκεται σε ίση απόσταση από όλες τις θρησκευτικές και μη θρησκευτικές πεποιθήσεις.
ΓΙΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΣ Ο ΔΙΑΧΩΡΙΣΜΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΑΙ ΚΡΑΤΟΥΣ;
1. Προστασία της θρησκευτικής ελευθερίας
Η θεσμική ανεξαρτησία Κράτους και Εκκλησίας μπορεί να λειτουργήσει προστατευτικά τόσο για τον πολίτη όσο και για την ίδια τη θρησκεία.
Ο πολίτης πρέπει να έχει τη δυνατότητα να πιστεύει, να μην πιστεύει, να αλλάζει θρησκευτικές πεποιθήσεις και να εκφράζει ελεύθερα τη συνείδησή του χωρίς να αισθάνεται ότι η Πολιτεία θεωρεί μία συγκεκριμένη πίστη περισσότερο «κανονική» ή θεσμικά προνομιούχα.
Παράλληλα, και οι ίδιες οι θρησκευτικές κοινότητες μπορούν να λειτουργούν ανεξάρτητα από την εκάστοτε πολιτική εξουσία.
2. Διασφάλιση της ισότητας
Σε μια δημοκρατία ο πολίτης πρέπει να αντιμετωπίζεται από την Πολιτεία πρωτίστως ως πολίτης και όχι ως μέλος συγκεκριμένης θρησκευτικής κοινότητας.
Χριστιανοί, μουσουλμάνοι, εβραίοι, πιστοί άλλων θρησκειών, αγνωστικιστές και άθεοι πρέπει να απολαμβάνουν την ίδια θεσμική μεταχείριση.
Η ουδετερότητα της Πολιτείας απέναντι στις θρησκευτικές πεποιθήσεις μπορεί επομένως να αποτελέσει σημαντική εγγύηση πραγματικής ισότητας.
3. Ενίσχυση της δημοκρατικής λειτουργίας
Μία θρησκευτική οργάνωση έχει κάθε δικαίωμα να εκφράζει δημόσια τις απόψεις της, να ασκεί κριτική σε νομοθετικές επιλογές και να απευθύνεται στους πιστούς της. Η ελευθερία έκφρασης και η θρησκευτική ελευθερία προστατεύουν και αυτή τη δυνατότητα.
Άλλο, όμως, είναι η ελεύθερη συμμετοχή μιας Εκκλησίας στον δημόσιο διάλογο και άλλο η ύπαρξη θεσμικών δεσμών που μπορούν να δημιουργούν την εντύπωση ιδιαίτερης πρόσβασης ή επιρροής στην κρατική λειτουργία.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα του πόσο έντονα μπορούν να συναντηθούν οι δύο χώροι αποτέλεσε η δημόσια συζήτηση του 2024 για την ισότητα στον πολιτικό γάμο.
Η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος τάχθηκε επίσημα κατά του σχετικού νομοσχεδίου, απέστειλε τις θέσεις της στους βουλευτές και αποφάσισε την ανάγνωση εγκυκλίου στους ναούς. Από την άλλη πλευρά, η Πολιτεία άσκησε τη νομοθετική της αρμοδιότητα και η Βουλή ψήφισε τελικά τον νόμο 5089/2024 για την ισότητα στον πολιτικό γάμο.
Το συγκεκριμένο παράδειγμα δείχνει γιατί χρειάζονται καθαρά θεσμικά όρια: η Εκκλησία πρέπει να είναι ελεύθερη να εκφράζει τη διδασκαλία και τις απόψεις της, ενώ η Πολιτεία πρέπει να μπορεί να νομοθετεί με βάση το Σύνταγμα, τα ανθρώπινα δικαιώματα, την ισότητα των πολιτών και το δημόσιο συμφέρον, χωρίς θρησκευτικά κριτήρια.
ΜΙΑ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΣΧΕΣΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΙΑΣ
Ο διαχωρισμός Εκκλησίας και Κράτους δεν χρειάζεται να αντιμετωπίζεται ως σύγκρουση ανάμεσα στην Πολιτεία και τη θρησκεία.
Μπορεί, αντίθετα, να αποτελέσει έναν τρόπο προστασίας και των δύο.
Η Εκκλησία μπορεί να παραμένει ελεύθερη να επιτελεί το θρησκευτικό, κοινωνικό και φιλανθρωπικό της έργο και να συμμετέχει στον δημόσιο διάλογο. Η Πολιτεία, από την πλευρά της, οφείλει να αντιμετωπίζει ισότιμα όλους τους πολίτες, ανεξάρτητα από την πίστη ή την απουσία πίστης τους.
Σε μια σύγχρονη δημοκρατική κοινωνία, η συζήτηση για την αναθεώρηση των θεσμικών σχέσεων Εκκλησίας και Κράτους είναι επομένως απολύτως θεμιτή.
Ένας σαφέστερος διαχωρισμός αρμοδιοτήτων και ρόλων θα μπορούσε να ενισχύσει τη θρησκευτική ελευθερία, την ισότητα και την αυτονομία τόσο της Πολιτείας όσο και της Εκκλησίας.
Το ζητούμενο δεν είναι μια κοινωνία χωρίς θρησκεία. Είναι μια Πολιτεία στην οποία καμία πίστη και καμία μη πίστη δεν καθορίζει την αξία ή τα δικαιώματα του πολίτη.


